Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεογονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεογονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

κοσμογονία




κοσμογονία

κοσμογονία από την Βικιπαιδεία

θεογονία από την Βικυπαιδεία

Μυθολογία – 1.Κοσμογονία

Στην αρχή στον απέραντο χώρο υπήρχε ένα τεράστιο αυγό, το οποίο δημιουργήθηκε εκ του μηδενός· μία μέρα το αυγό αυτό άρχισε να ραγίζει και, σταδιακά, βγήκαν από το αυγό τα «περιεχόμενά» του: πρώτα από όλα βγήκε ένα φτερωτό πνεύμα (ο Έρως), το οποίο επέτρεψε στις άλλες δύο οντότητες, τη Γαία και το Χάος, να βγουν έξω από το αυγό.
 Οι τρεις αυτές θεότητες δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, απλώς εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη. Ο Έρως ήταν ένα φτερωτό πνεύμα, το οποίο είχε τόση δύναμη και τόση ένταση, που βρισκόταν (και βρίσκεται) παντού και πάντοτε, αφού είναι η αιτία της Αγάπης και της ερωτικής δημιουργίας, η οποία παράγει απογόνους και διασφαλίζει τη συνέχιση της ύπαρξής μας. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως raison d’ être (αιτία ύπαρξης). Δεν ήταν ο γνωστός σκανταλιάρης θεός, ο γιος της Αφροδίτης που τόξευε με τα βέλη τους θεούς και ανθρώπους, αλλά μια δύναμη έλξης που οδηγούσε τα στοιχεία στις ενώσεις και τις συνθέσεις τους. Είχε απεριόριστη δύναμη και ήταν ο μόνος από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες που δεν απέκτησε δικά του παιδιά.

Η πρώτη ενέργεια του Έρωτα έγινε στο σκοτάδι και τη σιωπή του Ερέβους και της Νύχτας, που βασίλευαν μέχρι τη στιγμή που μπήκε ανάμεσά τους· με την επίδρασή του άρχισε η απόλυτη ψυχρότητα να εγκαταλείπει τις δύο μυστήριες υπάρξεις: αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες και κατάφεραν έτσι να διώξουν την ατέλειωτη μοναξιά που τους κυρίευε τόσους αιώνες. Από την ένωσή τους δημιουργήθηκε ο Αιθέρας και η Ημέρα, ενώ αργότερα δημιουργήθηκαν άλλες θεότητες, που αντιπροσωπεύουν αφηρημένες έννοιες, κυρίως …

Το Χάος ήταν θεοσκότεινο, μαύρο και άραχνο χωρίς κανένα ίχνος ζωής· απόλυτη σιωπή βασίλευε παντού. Αυτό το τρομακτικό, αρχικό ον ήταν απέραντο· δεν είχε αρχή ούτε τέλος (έτσι δημιουργήθηκε και η σχετική λέξη-έννοια, που έχει περάσει και στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες). Ήταν τόσο αχανές, ώστε αν κάποιος μπορούσε να πετάξει, θα πετούσε σ’ όλη του τη ζωή χωρίς να μπορέσει να φτάσει κάποτε σε κάποια κορυφή ή, αν κάποιος άρχιζε να πέφτει στο κατάμαυρο κενό, το Χάος, θα έπεφτε σ’ όλη του τη ζωή χωρίς να φτάσει ποτέ του σε κάποιο τέλος.
Μέσα στην απεραντοσύνη του κοσμικού χρόνου προήλθαν κάποτε από το Χάος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο ερωτικό σμίξιμο, δύο παράξενα όντα, το Έρεβος και η Νύχτα. Ήταν και αυτά τα όντα αλλοπρόσαλλα, κατάμαυρα, θεόρατα και σκοτεινά με τεράστιες φτερούγες· στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα μάτια τους, χωρίς να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ούτε κουβέντα. Η απόλυτη ησυχία και η μοναξιά συνέχισε να κυριεύει το σύμπαν. Η μόνη διαφορά τους από το Χάος ήταν ότι είχαν αρχή και τέλος. Ήταν βέβαια πελώρια και θα χρειαζόταν κάποιος να τρέχει μήνες ολόκληρες για να φτάσει από τη μια φτερούγα τους στην άλλη, σίγουρα όμως θα έβρισκε κάποιο τέλος.

Η Γαία (εδώ φανερώνεται η γεωκεντρική σκέψη των αρχαίων λαών) κείτονταν μέσα στο απέραντο Χάος και, μετά τη γέννηση του Αιθέρα και της Ημέρας, γέννησε κι αυτή, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ερωτικός πόθος, τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο. Ο Ουρανός ήταν μεγαλύτερος απ’ αυτήν, την περιέβαλλε ολόκληρη και μέσα στον απέραντο θόλο του περιέκλειε όλο το αστρικό σύμπαν. Ήταν πανέμορφος, θεόρατος και καταγάλανος· τόσο πολύ γοητεύτηκε η Γαία από τον πρώτο της γιο, που τον ερωτεύτηκε και έσμιξε με το τεράστιο κορμί του. Από την ένωση αυτή προήλθαν αμέτρητοι θεοί…
Αφού πέρασε αρκετός καιρός από τη γέννηση του Ουρανού, η Γαία άρχισε πάλι να κυοφορεί, αλλά αυτή τη φορά τρανταζόταν ολόκληρη, μέχρις ότου ξεφύτρωσαν στην επιφάνειά της τεράστιοι γίγαντες, απέραντοι και αχανείς με αλλοπρόσαλλα κορμιά, τα τρομερά Όρη. Η Γη ποτέ σε συμπάθησε τα παιδιά της αυτά που τόσο την ταλαιπώρησαν μέχρι να γεννηθούν, ήταν όμως αναγκασμένη να ζήσει για πάντα μαζί τους και να τα ανέχεται, μια και από τη γέννησή τους ήταν προσκολλημένα πάνω στο τεράστιο σώμα της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να τα διώξει από πάνω της φρικτοί πόνοι τη βασάνιζαν…
Λίγο αργότερα η Γαία ένιωσε πάλι κάτι να σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της, αλλά η εγκυμοσύνη ήταν γλυκιά και χωρίς πόνους. Έτσι γεννήθηκε ο απέραντος Πόντος, που αμέσως ξεχύθηκε και περιέβαλε τη Γαία δροσίζοντάς την και κάνοντάς την ομορφότερη καθώς την κάλυπτε με το καταγάλανο σώμα του. Ο Πόντος την έκλεινε μέσα στα τεράστια μπράτσα του και η Γαία ήταν χαρούμενη και περήφανη για το νέο γιο της· ήταν πανέμορφος, ορμητικός και παντοδύναμος, άλλοτε ήρεμος και γαλήνιος και άλλοτε αφρισμένος και ταραγμένος από τα τεράστια κύματα. Μετά την ήττα του Ουρανού από τον Κρόνο η Γαία έσμιξε και μ’ αυτόν, γεννώντας καινούργιους απογόνους.

Το κατάμαυρο και απέραντο Χάος γέννησε – χωρίς τη μεσολάβηση ερωτικής μίξης – το Έρεβος και τη Νύχτα, τα οποία με τη σειρά τους, γέννησαν, με τη συνουσία τους, τον Αιθέρα και την Ημέρα. Ο Αιθέρας, που γεννήθηκε πρώτος, ήταν αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολώντας το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις· χαμογελαστός και πανέμορφος, με τεράστιο σώμα, αλλά με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα, άπλωσε. τα τεράστια σκέλη του σ’ ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος. Ο Αιθέρας συμβόλιζε το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το καθαρότερο μέρος του αέρα. Η Ημέρα, λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε: αυτός, μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ’ αυτόν και φωτεινό πλάσμα, χάρηκε πάρα πολύ. Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο και, κυρίως, στη Γη· έπαιζαν και κυνηγιόνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν, κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες, ενώ συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους.
Από τα σκοτεινά σπλάχνα της Νύχτας γεννήθηκαν και άλλα παιδιά, τα οποία ήταν πολύ σημαντικά στη ζωή των θεών και των ανθρώπων, από την κακή, κυρίως, έννοια. Ανάμεσά τους η Απάτη, το Γέρας, η Έριδα (Φιλονικία), οι 4 Εσπερίδες, ο Κηρ (Δυστύχημα), οι Κήρες (Δυστυχία), οι 3 Μοίρες, οι Μόρος (Πεπρωμένο) ο Μώμος (Χλευασμός), η Νέμεσις (Τιμωρία), η Οιζύς (Αθλιότητα), τα Όνειρα, η Φιλότης (Ερωτική Απόλαυση) και τα δίδυμα αδέλφια, Ύπνος και Θάνατος. Η μεγάλη σχέση των τελευταίων μαρτυρείται και μετέπειτα, στο δημοτικό τραγούδι.

Η Νέμεσις ήταν η θεία Δίκη, την οποία αντικατέστησε, στα νεότερα χρόνια η Θέμιδα, ενώ η Απάτη ήταν η δολοπλόκα θεά που κυρίευε τους ανθρώπους και τους οδηγούσε σε άνομες πράξεις και απατεωνιές. Η καβγατζού Έριδα έσπερνε τη διχόνοια ανάμεσα σε θεούς και σε ανθρώπους. Οι Εσπερίδες ήταν 4 (Αίγλη, Αρέθουσα, Ερύθεια και Εστία) νύμφες και, με τη βοήθεια του Λάδωνα, ενός δράκου με 100 κεφάλια, φύλαγαν τα χρυσά μήλα του κήπου τους, τα οποία χάρισε ως γαμήλιο δώρο η Γαία στην Ήρα. Τέλος, οι 3 Μοίρες (Άτροπος, Κλωθώ και Λάχεσις) έμεναν στον Παρνασσό και έκαναν η κάθε μια διαφορετική δουλειά, καθορίζοντας το πεπρωμένο και τη ζωή του κάθε θνητού και αθάνατου: η μεγαλύτερη, η Κλωθώ, κρατούσε μια ρόκα και έκλωθε μ’ αυτήν τη μοίρα των ανθρώπων· για τους θεούς υπήρχε η Ειμαρμένη (Μοίρα), άλλη ονομασία του Μόρου. Η Λάχεσις κρατούσε αδράχτι και τύλιγε σ’ αυτό το νήμα της ζωής των ανθρώπων, καθορίζοντας το τι θα απολάμβαναν και τι θα πάθαιναν στη ζωή τους. Τέλος η νεότερη, Άτροπος, κρατούσε ψαλίδι και έκοβε το νήμα της ζωής, με βάση τον καθορισμό που γινόταν από τον αδελφό της, Μόρο. Σύμφωνα με ένα άλλο μύθο, οι Μοίρες ήταν παιδιά του Δία και της Θέμιδος και ζούσαν στον Όλυμπο ή τον Άδη.
Τα τρομερά παιδιά της Έριδας, που κι αυτά δημιουργήθηκαν χωρίς την επέμβαση θεϊκού σπέρματος, ήταν τα Άλγη (Λύπες), οι Αμφιλογίες (Διαφωνίες), οι Ανδροκτασίες (Ανθρωποκτονίες), η Άτη (Λοιμός), η Δυσνομία, η Λήθη (Λησμονιά), ο Λιμός (Πείνα), οι Λόγοι (Φήμες), οι Μάχες, τα Νείκεα (Πειράγματα), ο Όρκος, ο Πόνος, οι Υσμίνες (Συμπλοκές), οι Φόνοι και τα Ψεύδεα (Ψέματα), που τόσο πολύ ταλαιπωρούν τους θνητούς στη διάρκεια της ζωής τους, αλλά και τους ίδιους τους θεούς.
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Κοσμογονία για τους μικρούς μας φίλους (και όχι μόνο)

«Στην αρχή ήταν νύχτα. Η νύχτα ήταν η αρχή. Κι ένας μεγάλος άνεμος σηκώθηκε και χώθηκε βαθιά μέσα στη νύχτα και τότε η νύχτα, λες κι ήτανε πουλάκι, γέννησε ένα αυγό. Ενα ασημένιο αυγό…»
Είναι αρχέγονη η επιθυμία του ανθρώπου να λύσει το αίνιγμα της δημιουργίας του κόσμου – και, φυσικά, του ίδιου του εαυτού του. Ετσι δημιουργήθηκαν οι πρώτοι κοσμογονικοί και θεογονικοί μύθοι: των Αιγυπτίων, των Βαβυλωνίων, των Χετταίων, των Ελλήνων. Η «Θεογονία» του Ησιόδου αντιπροσωπεύει την αρχαιότερη και πληρέστερη σύνθεση του είδους στη χώρα μας. Κι ήταν η πρώτη ύλη για να πλάσει ο Διονύσης Σαββόπουλος τους δικούς του μύθους – στους τέσσερις τόμους της «Μυθολογίας» . Κάνει λάθος όποιος νομίζει ότι απευθύνονται μόνο σε παιδιά αυτά τα τέσσερα βιβλία. «Ολες οι ηλικίες ταξιδεύουν εύπλοα μες στους μύθους», εξηγεί ο αρχαιολόγος και συγγραφέας και παιδικών βιβλίων Χρήστος Μπουλώτης (συνεργάτης της έκδοσης). «Αλλωστε, μπροστά σε μια αφήγηση που ξετυλίγεται μπροστά μας γεμάτη θαύματα, ξαναγινόμαστε όλοι παιδιά», λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος και ξετυλίγει την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού.

1. Η νύχτα και το αβγό. (Διονύσης Σαββόπουλος, Μυθολογία)


2. Όταν οι Θεοί γκρέμισαν τους Τιτάνες. (Σαββόπουλος)


3. Η φωτιά του Προμηθέα. (Σαββόπουλος, Μυθολογία)


Η εικονογράφηση είναι της Φωτεινής Στεφανίδη, η οποία μαζί με την Ολγα Κοντονή υπογράφει την καλλιτεχνική επιμέλεια. Καθένα από τα τέσσερα βιβλία συνοδεύεται από cd που περιέχει αυτούσια την αφήγηση, λίγα τραγουδίσματα και λίγες μουσικές, που ο Διονύσης Σαββόπουλος έγραψε επί τούτου, καθώς και τα «ηχητικά τοπία» που σχεδίασε ως υπόκρουση. Στην ηχογράφηση τον συνοδεύουν δύο κορυφαίοι μουσικοί, ο Σταύρος Λάντσιας και ο Γιώτης Κιουρτσόγλου.
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κοσμογονία - Θεογονία

Κοσμογονία - Θεογονία
Οι αρχαίοι Έλληνες, αυτοί οι μεγάλοι παραμυθάδες που τους διέκρινε απεριόριστο χιούμορ και αχαλίνωτη φαντασία, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν κάποια φαινόμενα έπλεξαν άπειρους μύθους. Φυσικά, ασχολήθηκαν και με την αρχή του κόσμου και τη γέννηση των αμέτρητων θεών τους. Με την πλούσια φαντασία τους έφτιαξαν τεράστιες γενεαλογίες που φανέρωναν τους προγόνους των δώδεκα Ολύμπιων θεών, αλλά και όλων των μικρότερων που λάτρευαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Επίσης, έπλασαν καταπληκτικούς μύθους που εξηγούσαν πώς ο Δίας και οι υπόλοιποι Ολύμπιοι κατέλαβαν την απόλυτη εξουσία στο ελληνικό πάνθεο.
Σύμφωνα με την αρχαιότερη παράδοση που μας αφηγείται ο Όμηρος, πατέρας των θεών ήταν ο Ωκεανός, που περικύκλωνε ολόκληρο το σύμπαν. Από το σμίξιμό του με τη σύζυγό του Τηθύ προήλθαν όλοι οι υπόλοιποι θεοί. Ο Ωκεανός παρουσιάζεται από τον Όμηρο σαν ένας ηλικιωμένος, ασπρομάλλης γέροντας, με γλυκό χαμόγελο, ήσυχος, που ποτέ δεν παίρνει μέρος στους καβγάδες των θεών και κατοικεί μακριά από τη γη και τον Όλυμπο. Δυστυχώς όμως ο Όμηρος δε μας απαριθμεί τους απογόνους του Ωκεανού και της Τηθύος.

Πολύ πιο ολοκληρωμένος είναι ο μύθος που μας αφηγείται ο Ησίοδος στη "Θεογονία" του για την αρχή του κόσμου και την καταγωγή των θεών. Στην αρχή λοιπόν ήταν το Χάος, η Γη και ο Έρωτας. Αυτές οι τρεις πρωταρχικές θεότητες δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, απλώς εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη.Το Χάος ήταν θεοσκότεινο, μαύρο και άραχνο χωρίς κανένα ίχνος ζωής. Απόλυτη σιωπή βασίλευε παντού. Αυτό το τρομακτικό, αρχικό ον ήταν απέραντο· δεν είχε αρχή μήτε τέλος. Ήταν τόσο αχανές, ώστε αν κάποιος ζούσε εκείνη την εποχή και μπορούσε να πετάξει, θα πετούσε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να μπορέσει να φτάσει κάποτε σε κάποια κορυφή. Αλλά, και αν συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή αν κάποιος άρχιζε να πέφτει στο κατάμαυρο κενό, το Χάος, θα έπεφτε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να φτάσει ποτέ του σε κάποιο τέλος.

Μέσα στην απεραντοσύνη του κοσμικού χρόνου προήλθαν κάποτε από το Χάος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο ερωτικό σμίξιμο, δύο παράξενα όντα, το Έρεβος και η Νύχτα. Ήταν και αυτά τα όντα κατάμαυρα και σκοτεινά με τεράστιες φτερούγες. Θεόρατα και αλλοπρόσαλλα στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα μάτια τους, χωρίς να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ούτε κουβέντα. Η απόλυτη ησυχία και η μοναξιά συνέχισε να κυριεύει το σύμπαν. Η μόνη διαφορά τους από το Χάος ήταν ότι είχαν αρχή και τέλος. Ήταν βέβαια πελώρια και θα χρειάζονταν κάποιος να τρέχει μήνες ολόκληρες για να φτάσει από τη μια φτερούγα τους στην άλλη, σίγουρα όμως θα έβρισκε κάποιο τέλος.

Όλο αυτό το σκοτάδι και η σιωπή βασίλευαν μέχρι τη στιγμή που ο Έρωτας, η τελευταία από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες, μπήκε ανάμεσα στα δύο φοβερά όντα. Με την επίδραση του Έρωτα άρχισε η απόλυτη ψυχρότητα να εγκαταλείπει τις δύο μυστήριες υπάρξεις. Αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες και κατάφεραν έτσι να διώξουν την ατέλειωτη μοναξιά που τους κυρίευε τόσους αιώνες.

Και να σε λίγο που από την παράξενη αυτή σχέση ξεπετάχτηκε ο Αιθέρας. Αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολούσε το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν χαμογελαστός και πανέμορφος με τεράστιο σώμα, μα με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα. Άπλωσε τα τεράστια σκέλη του σ' ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος.

Αλλά να που εμφανίζεται και μια άλλη παρόμοια θηλυκή θεότητα, η Ημέρα. Λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε. Αυτός μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ' αυτόν και φωτεινό πλάσμα χάρηκε πάρα πολύ.Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο. Έπαιζαν και κυνηγιούνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν και κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες. Συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους.

Ο Αιθέρας συμβόλιζε για τους αρχαίους το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το πιο καθαρό μέρος του αέρα. Η Ημέρα συμβόλιζε φυσικά τη μέρα, το τμήμα του εικοσιτετραώρου που είναι λουσμένο στο φως και διαδέχεται διαρκώς τη νύχτα.Λένε πως πολύ αργότερα προήλθαν μέσα από τα σκοτεινά σπλάχνα της Νύχτας ο Ύπνος και ο Θάνατος, δυο αδέρφια που τόσο στενή σχέση έχουν μεταξύ τους και με τους ανθρώπους, καθώς επίσης και η Απάτη με την Έριδα (Φιλονικία). Η Απάτη ήταν η δολοπλόκα θεά που κυρίευε τους ανθρώπους και τους οδηγούσε σε άνομες πράξεις και απατεωνιές. Η καβγατζού Έριδα έσπερνε τη διχόνοια ανάμεσα σε θεούς και σε ανθρώπους. Τα τρομερά παιδιά της ήταν ο Πόνος, η Λήθη (Λησμονιά), ο Λιμός (η Πείνα), οι Μάχες, οι Φόνοι, η Δυσνομία και ο Όρκος, που τόσο πολύ ταλαιπωρούν τους θνητούς στη διάρκεια της ζωής τους.Η Γη (Γαία) που κείτονταν μέσα στο απέραντο Χάος, μετά τη γέννηση του Αιθέρα και της Ημέρας, γέννησε κι αυτή, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ερωτικός πόθος, τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο.Πρώτα πρώτα η Γαία γέννησε τον Ουρανό, που ήταν μεγαλύτερος απ' αυτήν, την περιέβαλλε ολόκληρη και μέσα στον απέραντο θόλο του περιέκλειε όλο το αστρικό σύμπαν.

Ήταν πανέμορφος, θεόρατος και καταγάλανος. Τόσο πολύ γοητεύτηκε η Γαία από τον πρώτο της γιο, που τον ερωτεύτηκε και έσμιξε με το τεράστιο κορμί του. Από την ένωση αυτή προήλθαν αμέτρητοι θεοί.Αφού πέρασε αρκετός καιρός από τη γέννηση του Ουρανού, η Γαία άρχισε πάλι να κοιλοπονάει. 

Σε λίγο όμως οι πόνοι έγιναν αφόρητοι· σωστός πόλεμος γινόταν στα έγκατα της Γης, που τρανταζόταν ολόκληρη. Έτσι, μετά από καιρό άρχισαν να ξεφυτρώνουν πάνω στην επιφάνειά της τεράστιοι γίγαντες, απέραντοι και αχανείς με αλλοπρόσαλλα κορμιά. Αυτοί οι γίγαντες ήταν τα τρομερά Όρη. Η Γη ποτέ σε συμπάθησε τα παιδιά της αυτά που τόσο την ταλαιπώρησαν μέχρι να γεννηθούν. Ήταν όμως αναγκασμένη να ζήσει για πάντα μαζί τους και να τα ανέχεται, μια και από τη γέννησή τους ήταν προσκολλημένα πάνω στο τεράστιο σώμα της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να τα διώξει από πάνω της φρικτοί πόνοι τη βασάνιζαν. Τελικά η Μάνα Γη αποδέχτηκε τη μοίρα της.

Να όμως που η Γη, προτού συνέλθει από την αναστάτωση που της προκάλεσαν τα Όρη, ένιωσε πάλι κάτι να σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της. Αυτή τη φορά όμως η εγκυμοσύνη ήταν γλυκιά και χωρίς πόνους. Η Γη αισθανόταν ένα ευχάριστο γαργαλητό και ένα μουρμουρητό να ακούγεται στη διάρκεια της νύχτας και να της χαϊδεύει τα αυτιά. Ήταν βέβαια περίεργη να δει τι πλάσμα θα ήταν πάλι αυτό που θα έβγαινε από τα βαθιά της έγκατα. Είχε στ' αλήθεια όμως μια προαίσθηση ότι αυτή τη φορά το νέο της παιδί δε θα ήταν τρομερό και φοβερό όπως τα Όρη. Έτσι σε λίγο ξεπηδά από το κορμί της ο απέραντος Πόντος. Αμέσως ξεχύθηκε και περιέβαλε τη Γαία δροσίζοντάς την και κάνοντάς την ομορφότερη καθώς την κάλυπτε με το καταγάλανο σώμα του. Ο Πόντος την έκλεινε μέσα στα τεράστια μπράτσα του και η Γαία ήταν χαρούμενη και περήφανη για το νέο γιο της· ήταν πανέμορφος, ορμητικός και παντοδύναμος, άλλοτε ήρεμος και γαλήνιος και άλλοτε αφρισμένος και ταραγμένος από τα τεράστια κύματα.
Λέγεται μάλιστα ότι μετά την ήττα του Ουρανού από τον Κρόνο η Γαία έσμιξε και με το δεύτερό της γιο. Από την ένωση αυτή προήλθαν όλες οι θεότητες που προσωποποιούν τις δυνάμεις και τις μορφές της θάλασσας, τους ποταμούς, τις πηγές, τις λίμνες και γενικότερα ολόκληρο το υγρό στοιχείο.

Παιδιά του Πόντου και της Γαίας ήταν ο Νηρέας του νερού, ο Θαύμος ο θαυμάσιος, η Ευρυβία η μεγαλοδύναμη, ο Φόρκης και η Κητώ για τα κήτη της θάλασσας.Ο Νηρέας ζευγάρωσε με τη Δωρίδα, μια κόρη του Ωκεανού, και απέκτησε απ' αυτήν πενήντα κόρες, τις Νηρηίδες, που προστάτευαν τα πέλαγα και τους θαλασσινούς και ζούσαν μέσα στις θαλασσοσπηλιές. Ο Θαύμος ενώθηκε με την Ηλέκτρα, μια άλλη κόρη του Ωκεανού, και έφερε στον κόσμο την πολύχρωμη, φτερωτή Ίριδα (προσωποποίηση του ουράνιου τόξου) και τις αρπακτικές Άρπυιες, την Αελλώ, τη Θύελλα και την Ωκυπέτη (Γοργόφτερη). Ο Φόρκης με την Κητώ, τα δυο αδέρφια, έσμιξαν μεταξύ τους και έφεραν στον κόσμο τις δύο Γραίες, γριές από γεννησιμιού τους, και τις τρεις Γοργόνες.

Η Γαία συμβόλιζε για τους Έλληνες την αστείρευτη δύναμη και πηγή γονιμότητας. Θεωρήθηκε η παγκόσμια Μητέρα και μητέρα των θεών.Όσο για τον Έρωτα, την τρίτη πρωταρχική θεότητα, πρέπει να πούμε ότι δεν ήταν ο γνωστός σκανταλιάρης θεός, ο γιος της Αφροδίτης που τόξευε με τα βέλη τους θεούς και ανθρώπους, αλλά μια δύναμη έλξης που οδηγούσε τα στοιχεία στις ενώσεις και τις συνθέσεις τους. Είχε απεριόριστη δύναμη, αλλά ήταν ο μόνος από τις τρεις πρώτες δυνάμεις που δεν απέκτησε δικά του παιδιά.

Κοσμογονία - Θεογονία: Η γέννηση του κόσμου σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία

Η γέννηση του κόσμου, οι θεοί και οι θνητοί

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν γεννηθεί ο Κόσμος, ήταν μέσα στον απέραντο χώρο ένα γιγάντιο αυγό. Και μια μέρα, το αυγό ράγισε κι άνοιξε. Βγήκε από μέσα ένα φτερωτό πνεύμα, που σήκωσε ψηλά το απάνω τσόφλι κι έσπρωξε τ' άλλο μισό κάτω από τα πόδια του. Το απάνω τσόφλι ο Ουρανός, το κάτω η Γη. Και το πρωτότοκο πνεύμα που ήρθε στον κόσμο πριν απ' όλα τα άλλα, ήταν ο Έρωτας.


Με τη δική του χάρη, ο Ουρανός αγαπά τη Γη, της χαρίζει φως και ζέστη, της ρίχνει το φθινόπωρο κι άνοιξη, τις χλιαρές βροχές, που ετοιμάζουν τις σοδειές και τα λουλούδια. Και η Γη του δίνει την αγάπη της, κάνοντας να βλασταίνουν όλοι οι σπόροι και να ανεβαίνει ο χυμός στα κλαδιά. Για να του αρέσει, αλλάζει ακούραστα στολίδια, και τα φύλλα είναι έτσι τρυφερά πράσινα στην αρχή με ανεπαίσθητες αποχρώσεις, φτάνουν, το φθινόπωρο , στη χρυσή φωτεινότητα. Ποτέ δεν φαντάστηκαν οι Έλληνες, πως τούτη η ομορφιά του κόσμου ήρθε στην τύχη. Και αφού οι άνθρωποι τις νοιώθουν τόσο καλά, θα πρέπει να' χε και η Φύση όμοια ψυχή με την ανθρώπινη.

Όταν βγήκαν μέσα από το κενό ο Ουρανός και η Γη, παρουσιάστηκαν τερατόμορφα πλάσματα ασυγκράτητα κι ανήμερα. Πελώρια βουνά, ωκεανοί, φλεγόμενα αστέρια, που άρχιζαν να πλανώνται εδώ κι εκεί. Οι ήπειροι δεν είχαν ξεκάθαρα όρια, τα ποτάμια έβγαιναν συχνά έξω από την κοίτη τους, πλημμυρίζοντας, καταστρέφοντας τους κάμπους. Ο ήλιος δεν ήξερε ακόμα να ακολουθήσει κανονικό δρόμο, που να βρίσκεται αρκετά μακριά από τη Γη για να μην την καιει μα κι αρκετά κοντά για να τη ζεσταίνει και να ωριμάζει τους σπόρους που έκρυβε μέσα της. Ήταν το Χάος.

Ο Ουρανός και η Γη γέννησαν έξη θεούς: του Τιτάνες. Πρώτος τους ήταν ο Ωκεανός. Αυτός είχε την ευθύνη για την απεραντοσύνη του υγρού στοιχείου, που τυλίγει τη Γη, όμοιος με προστατευτική ζώνη. Ένας άλλος ο Υπερίωνας, φρόντιζε για τον ήλιο. Τα τρία τους αδέλφια, ο Κοίος, ο Κρείος κι ο Ιαπετός, είχαν από τη γέννησή τους λιγότερο ξεκάθαρες ευθύνες. Φαντάζουν πάνω απ' όλα πρόγονοι σε μελλοντικές θεότητες και φυλές.

Οι Τιτάνες είχαν βοηθούς στη δουλειά τους τις έξι Τιτανίδες, τις αδερφές τους. Η πρωτότοκη, η Τηθύα, πήγε να σμίξει με τον Ωκεανό: γιατί αυτός δεν είναι μονάχα βία και θυμός. Μπορεί και η θάλασσα πότε πότε να χαμογελά. Υπάρχουν οι φουρτούνες μα υπάρχουν και τα φωτεινά πρωινά. Αυτό έφερε η Τηθύα στον αδερφό της. Κάτι που δίχως εκείνη θα του 
έλειπε πολύ.

Κοντά στον Υπερίωνα στάθηκε η Θεία, η μητέρα του Ήλιου, της Σελήνης  και της Ηώς. Με τον Κοίο έσμιξε η Ευρυφάεσσα η Φοίβη, κι από την ένωσή τους γεννήθηκε η Λητώ. Δυο άλλες Τιτανίδες απόμειναν χωρίς σύντροφο: η Θέμις και η Μνημοσύνη. Η Θέμις είναι ο Νόμος, η Τάξη, η Ισορροπία. Σ' αυτήν υποτάχθηκαν οι δυνάμεις του Χάους, όρος απαραίτητος για να να παρουσιαστεί η οργανική ζωή. Η Μνημοσύνη είναι η πνευματική δύναμη, η μνήμη από το Σύμπαν. Χωρίς αυτής ο κόσμος δε θα μάθαινε πως υπάρχει.

Ανάμεσα στους Τιτάνες και τις Τιτανίδες, το πιο σημαντικό μα και πιο νεανικό ζευγάρι  είναι ο Κρόνος και η Ρέα. Από τούτους τους δυο ξεκινά η σειρά των θεών, που εξουσίαζαν αργότερα το σύμπαν. Ο στερνογέννητος Τιτάνας, ο Κρόνος έβγαλε από το θρόνο τον πατέρα του τον Ουρανό, για να βασιλέψει στη θέση του.

Οι Τιτάνες και οι Τιτανίδες δεν είναι τα μοναδικά παιδιά του Ουρανού και της Γης. Κοντά σ' αυτούς υπάρχουν κι άλλοι δαίμονες, όπως οι Ουράνιοι Κύκλωπες. Τους έλεγαν έτσι γιατί ήταν γιοι του Ουρανού: ο Άργης, ο Στερόπης κι ο Βρόντης. Ήταν τα τρία πνεύματα της θύελλας, του κεραυνού και της αστραπής και της βροντής, επιφορτισμένοι να φτιάχνουν μέσα σε υπόγεια εργαστήρια, τους κεραυνούς για να τους έχουν οι θεοί. Τα εργαστήρια βρίσκονταν όπως έλεγαν, στη Λήμνο, ή τη Σικελία ή στα δεκαεπτά Νησιά του Αιόλου, που λέγονται και Λιπάρες, μ' άλλα λόγια στους ηφαιστειώδεις τόπους.

Εκτός απ' αυτούς τους Κύκλωπες, ο Ουρανός και η Γη γέννησαν τους τρεις Γίγαντες, Εκατόγχειρα τέρατα με πενήντα κεφάλια, τον Κάττο, τον Βριάρεω και τον Γύη. Αργότερα γεννήθηκαν από τη Γη κι άλλοι Γίγαντες, πελώριοι και βίαιοι. Οι άνθρωποι δεν υπήρχαν ακόμα. Και οι Έλληνες φαντάστηκαν απάνω στο ευκολοσημάδευτο χώμα και στα νερά που δύσκολα ξεχώριζαν από τις ακρογιαλιές, μορφές τερατώδεις, με τεράστιο, φιδίσιο κορμί. Τις εικόνισαν ύστερα από πολλούς αιώνες στις μετώπες των ναών τους: μορφές που με τη στάση του κεφαλιού, το στήθος, τους ώμους και τα χέρια τους, αναγγέλλουν του μελλοντικούς ανθρώπους.

Ο Κόσμος περίμενε τον άνθρωπο. Μα οι μυθοπλάστες δε συμφωνούν στον τρόπο που παρουσιάστηκε στη Γη το γένος των θνητών. Μερικές φορές έλεγαν πως ο πρώτος άνθρωπος ήταν αυτόχθων, πως βγήκε μέσα από τη γη. Στο Άργος τον πρώτο άνθρωπο τον έλεγαν Φορωνέα. Μητέρα του ήταν η νύμφη Μελία και πατέρας του ο Ίναχος, ο Θεός του ποταμού που βρέχει την Αργολίδα. Όπως ξέρουμε, τα ποτάμια φέρνουν στους ανθρώπους τη δροσιά, το νερό για να ποτίζουν τα σπαρτά τους, να πλένονται και να πίνουν. Έτσι, όπως είναι φυσικό οι άνθρωποι χτίζουν τα χωριά τους στις ακροποταμιές. Στη φαντασία των ανθρώπων της Αργολίδας, ο πρόγονός τους γεννήθηκε απ' το ποτάμι κι από ένα δέντρο.

Όλοι οι ποταμίσιοι θεοί ήταν γιοι του Ωκεανού. Όπως ο πατέρας τους, ήταν αθάνατοι. Οι νύμφες και ιδιαίτερα οι δρυάδες, είχαν κι αυτές γεννηθεί από το αίμα του Ουρανού. Δεν ήταν όμως αθάνατες. Μπορούσαν μόνο να ζούνε πολύ καιρό, όσο κρατάει έλεγαν, η ζωή δέκα φοινίκων. Πέθαιναν μόνο τη μέρα που ξεραινόταν το δέντρο τους κι έπεφτε.

Έτσι για τους Έλληνες οι άνθρωποι δεν είναι ολότελα διαφορετικοί από τους θεούς, που τους έχουν προγόνους. Όλοι είναι από την ίδια γενιά κι από το αίμα του Ουρανού.

Θεοί και άνθρωποι είναι παιδιά του Ουρανού. Μα οι θνητοί είναι κάπως αποκληρωμένοι συγγενείς. Έχουν μικρότερη δύναμη και σιγουριά από τους προγόνους τους. Διαβαίνουν πιο γρήγορα και χάνονται ενώ οι θεοί μένουν. Ωστόσο, που και που, καταφέρνουν μερικοί να ξαναβρούν μέσα τους την ουράνια σπίθα και να κατακτήσουν την αθανασία. Αυτοί είναι οι ήρωες. Τα κατορθώματά τους και η αξία τους πιάνουν ρίζες παντοτινές μέσα στη μνήμη κι όταν παίρνει τέλος η θνητή ζωή τους, βρίσκουν ανάμεσα στους θεούς την αθανασία.

Υπήρχαν κι άλλοι θρύλοι ακόμα, για να εξηγήσουν τη γέννηση των ανθρώπων. Το πιο συχνά, με αλλαγές στο όνομα και στον τόπο, η ιστορία μοιάζει με αυτήν του Φορωνέα. Οι πρώτοι θνητοί βγήκαν από τη Φύση, τα δέντρα, τις πηγές, τα βουνά. Αυτό για τους αρχαίους Έλληνες ήταν πολύ φυσικό, γιατί τους φαινόταν πως οι άνθρωποι συγγενεύουν με ολάκερη τη Φύση. Όπως τα ζώα στα δάση και στους αγρούς έτσι κι αυτοί χαίρονται την άνοιξη, μουδιάζουν το φθινόπωρο κι αποτραβιούνται μέσα στο σπίτι τους. Όπως τα δέντρα, μεγαλώνουν, δυναμώνουν, δίνουν καρπό-τα παιδιά τους, όπως οι καρποί είναι τα παιδιά των δέντρων- και ξεραίνονται για να πεθάνουν.

Στην αρχή του Κόσμου, έλεγαν οι Έλληνες, οι άνθρωποι γνώρισαν την ευτυχία, ζώντας σε μια Φύση πλασμένη γι' αυτούς. Η Γη τους πρόσφερε από μόνη της κάθε λαχταριστή τροφή, καρπούς και αρώματα, σε τόσο μεγάλη αφθονία, που κανείς σε σκεπτόταν να μαζέψει πλούτη, κι ούτε υπήρχε κανένας φτωχός. Η ειρήνη βασίλευε, γιατί κανείς δεν ποθούσε ό,τι ανήκε σε όλους. Ήταν η Χρυσή Εποχή. Από τότε όλα άλλαξαν. Άλλες γενιές ήρθαν. Κουράστηκε η Γη να βγάζει όλα εκείνα τα αγαθά και έμαθαν οι θνητοί την εργασία. Ύστερα από τη Χρυσή εποχή ήρθε η εποχή του Χαλκού. Τότε παρουσιάστηκε η βία και ο πόλεμος. Έπειτα η εποχή του Σιδήρου που είναι ακόμα η δική μας, μια εποχή γεμάτη δυστυχία.

Όλη τούτη η γέννηση του Κόσμου κι ο ερχομός της μιας γενιάς ύστερα από την άλλη, προερχόταν όπως πιστεύουν οι αρχαίοι Έλληνες, από μια σκοτεινή θέληση, πιο δυνατή από τους θεούς τους ίδιους : τη Μοίρα.



Πηγή: http://e-didaskalia.blogspot.gr/2015/01/blog-post_534.html#ixzz4MbpZB7Wg



Κοσμογονία: Τι πίστευαν οι λαοί για τη δημιουργία του κόσμου

Παντού, σε όλες τις αρχαίες θρησκείες που ασχολήθηκαν με το ζήτημα, και στις δοξασίες όλων των, ανά τους αιώνες, αμόλυντων από τον πολιτισμό φυλών, ο ουρανός προϋπήρξε και ήταν ο χώρος, όπου κατοικούσε κι εξακολουθεί να κατοικεί το υπέρτατο Ων, μόνο ή με συντροφιά. Κάτω από τον ουρανό υπήρχε η απέραντη έκταση των νερών. Με τη θέληση του ή των υπέρτατων Όντων, μέσα από τα νερά αναδύθηκε η ξηρά. Οι διαφοροποιήσεις περιορίζονται στον τρόπο και στη διαδικασία, με την οποία έγιναν όλ’ αυτά.
Ο Δημιουργός άλλοτε είναι πνεύμα, άλλοτε πουλί, από το αβγό του οποίου γεννιέται ο κόσμος, άλλοτε έχει τη μορφή πάνσοφου θηρίου (θηριομορφισμός) κι άλλοτε μοιάζει με άνθρωπο (ανθρωπομορφισμός). Σχεδόν πάντα, ασχολείται με τη δημιουργία της Γης, προκειμένου να εγκαταστήσει σ’ αυτήν ή να γεννήσει επάνω της τον άνθρωπο, τον οποίο ορίζει κυρίαρχο. Συνήθως, ο πρώτος άνθρωπος δεν του αρέσει, τον καταστρέφει και δημιουργεί άλλον, πιο καλόν. Η καταστροφή επέρχεται με έναν κατακλυσμό (στην Ιαπωνία με φωτιά), που αφανίζει τα πάντα και που είναι κοινός για όλες της φυλές της Γης.
Σε όλες τις δοξασίες και σε όλες τις θρησκείες, ο κόσμος πλάστηκε για έναν και μόνο λόγο: Για να χρησιμεύσει ως τόπος κατοικίας και δράσης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος άλλωστε είναι το κυριότερο πλάσμα, αν όχι το ίδιο το παιδί του θεού.

Οι ιθαγενείς των νέων χωρών
Όταν οι άνθρωποι της Γηραιάς ηπείρου ανακάλυψαν πως δεν είναι μόνοι πάνω στη Γη, άρχισαν να εξερευνούν τις άλλες ηπείρους. Μάλλον έκπληκτοι βεβαιώθηκαν ότι όλοι οι συνάνθρωποί τους, από τους προχωρημένους της ασιατικής Άπω Ανατολής ως τους ιθαγενείς της Αφρικής, της Αμερικής, της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας και της Πολυνησίας, λίγο πολύ, πίστευαν για τη δημιουργία του κόσμου ό,τι και οι αρχαίοι λαοί της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις, οι ομοιότητες έβγαζαν μάτι!
Από τους Εσκιμώους του Βορρά ως τους Μαορί της Νέας Ζηλανδίας, ο Ουρανός είναι ο ποιητής του κόσμου. Για κάποιες μάλιστα αφρικανικές φυλές, ο ήλιος δεν είναι τίποτε άλλο από το μάτι του Ουρανού (όπως περίπου πιστεύουν και οι Ιάπωνες).
Για τους Μαορί, η ένωση του Ουρανού με τη Γη είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του κόσμου. Από τα αναπόφευκτα κενά αυτής της ένωσης βρήκε διέξοδο και πέρασε το φως. Οι ιθαγενείς της Πολυνησίας πίστευαν ότι ο Ουρανός άφησε το αβγό του να πέσει στα νερά, το αβγό έσπασε κι από τα κομμάτια του κελύφους δημιουργήθηκαν τα νησιά, πάνω στα οποία κατοικούν.
Για τις φυλές των Ερυθροδέρμων της Αμερικής, ποιητής Ουρανού και Γης είναι το πνεύμα: Ενός τετράποδου για μερικές, ενός πουλιού για άλλες, ή ακόμα κι ενός πάνσοφου ανθρωπόμορφου Όντας. Άλλες από τις φυλές της Καραϊβικής πίστευαν πως ο κόσμος είναι το αποτέλεσμα της ένωσης του Ουρανού με τη Γη κι άλλες ότι ο Ουρανός έπλασε τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας τις πέτρες της Γης.
Οι Μάγιας πίστευαν ότι η δημιουργία του κόσμου έγινε κατά περιόδους, που τέλειωναν με μεγάλες καταστροφές της πλάσης και των πλασμάτων, ώσπου όλα να πάρουν την τελική τους μορφή. Για τους Αζτέκους, ο Ήλιος, που είναι θνητός, κάθε φορά που πεθαίνει, αντικαθίσταται από έναν άλλον Ήλιο, καινούριο. Οι τέσσερις πρώτοι Ήλιοι έζησαν από 5.000 χρόνια καθένας, δημιουργώντας τον κόσμο και προσθέτοντας κάτι καινούριο κάθε φορά. Ο θεός Ξολότλ έπλασε τον άνθρωπο και μετά θυσιάστηκε, ώστε με το αίμα του ο τέταρτος Ήλιος να γίνει αθάνατος. Όμως, και πάλι, ο Ήλιος χρειάζεται τροφή για να ζήσει. Γι’ αυτό, πριν να πεθάνει, ο Ξολότλ όρισε πως οι άνθρωποι πρέπει να αλληλοσκοτώνονται, ώστε με το αίμα τους να τρέφεται ο Ήλιος.
Οι Ιουρουκάροι της Νότιας Αμερικής πιστεύουν ότι ο Ήλιος έδωσε την κόρη του σύζυγο στον άνθρωπο αλλά ένα θηρίο τον κατασπάραξε. Η κόρη του Ήλιου μάζεψε κι ένωσε τα κομμάτια κι έτσι ανάστησε τον άντρα της. Ο άνθρωπος, όμως, διαπίστωσε πως του έλειπε ένα κομμάτι από το πρόσωπο και γι’ αυτό όρκισε την κόρη του Ήλιου να περπατά μπροστά του και να μην τον βλέπει. Η κόρη, όμως, παράκουσε κι ο άνθρωπος εξαφανίστηκε.
Οι ομοιότητες του μύθου αυτού με την ιστορία του αιγυπτιακού ζευγαριού «Όσιρις και Ίσιδα» και του ελληνικού «Ορφέας και Ευρυδίκη» ακόμα προβληματίζουν τους επιστήμονες.

Άπω Ανατολή - Ινδία
Το παντοδύναμο χάος βασίλευε πρώτο στον κόσμο, πιστεύουν οι Ιάπωνες. Γέννησε τρεις θεούς, από τους οποίους η Άμα Τέραζου κυριάρχησε στον ουρανό και είχε μάτια της τον Ήλιο και τη Σελήνη, που επίσης είναι θεοί. Πιο δυνατός θεός, όμως, είναι ο Άμιδα, ο κυρίαρχος των εκτάσεων. Στην αρχή, ένας ρευστός πολτός υπήρχε κάτω από τον ουρανό. Οι θεοί παίρνουν ένα καμάκι και τον ανακατεύουν. Ένα αστέρι γεννιέται, η Γη, κι όπου οι σταγόνες πήζουν, δημιουργούνται νησιά και στεριές, σαν τα τσόφλια του αβγού των Πολυνησίων. Ο Άμιδα και η Άμα Τέραζου ενώθηκαν κι από τη σχέση τους γεννήθηκε γιος, ο πρόγονος όλων των αυτοκρατόρων. Κάποτε, όμως, ο κόσμος καταστράφηκε και δημιουργήθηκε από την αρχή. Όχι από κατακλυσμό αλλά από μια μεγάλη φωτιά.
Στην απέραντη Κίνα, απέναντι στα ιαπωνικά νησιά, οι τρεις μεγάλες θρησκείες αντιμετωπίζουν την κοσμογονία διαφορετικά καθεμιά. Για τον κομφουκιανισμό, πρωταρχικό στοιχείο ήταν το άτομο: Διαιρέθηκε σε αρσενικό και θηλυκό κι από αυτή τη διαίρεση προέκυψε η ζωή, χωρίς καμιά θεϊκή παρεμβολή στην όλη διαδικασία. Για τον ταοϊσμό, ο θεός είναι η πρώτη αιτία. Ο κόσμος πλάστηκε μέσα σε χιλιάδες χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων βασίλευσαν κατά σειρά ο Ουρανός, η Γη, ο άγριος άνθρωπος, ο ημιπολίτιστος και, τέλος, ο πολιτισμένος. Για τον βουδισμό, το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος είναι αδιάφορο. Άλλωστε, καταπώς διδάσκει, οι θεοί δεν είναι τίποτε άλλο από δημιουργήματα του ανθρώπινου φόβου.
Πρώτα υπήρχε μόνο το χάος, πιστεύουν οι Ινδοί. Μετά, ο πόθος (το «Κάρμα») γέννησε την πρώτη σκέψη, τον πρώτο κρίκο στην αλυσίδα που οδηγεί στην πράξη. Μετά το Κάρμα, γεννήθηκαν οι θεοί. Ο βραχμανισμός, η κύρια πίστη των Ινδών, συστηματοποίησε τον αρχαίο θρύλο διδάσκοντας πως ένα χρυσό αβγό περιφερόταν πρώτο πάνω στα κύματα του ωκεανού. Μέσα από το αβγό ξεπήδησε κάποια στιγμή κι έπλασε τον κόσμο ο Βράχμα, ο υπέρτατος θεός και μέλος της ινδικής θεϊκής τριάδας. Οι άλλοι δύο είναι ο Βισνού (αυτός που συντηρεί) κι ο Σίβα (αυτός που καταστρέφει).
Πρώτος άνθρωπος ήταν ο Μανού. Στη συνέχεια γεννήθηκαν άλλοι πέντε Μανού, ο τελευταίος από τους οποίους ήταν το μοναδικό πλάσμα επί της Γης, που σώθηκε από έναν μεγάλο κατακλυσμό. Κι εδώ έχουμε πάλι μπροστά μας παράξενες ομοιότητες: Στη γερμανική μυθολογία, πρώτος άνθρωπος ήταν ο Μάνους, γιος θεού. Και στη φρυγική ο Μάνης, επίσης γιος θεού: Ήταν, άλλωστε, κι ο πρώτος που πέθανε πάνω στη Γη και δικαιωματικά έγινε βασιλιάς του Κάτω Κόσμου.

Εγγύς και Μέση Ανατολή
Μέσα από τη ζύμωση δοξασιών πολλών λαών και σε μια διάρκεια χιλιάδων ετών οι προφήτες ξεδιάλεξαν τα στοιχεία εκείνα, που η Παλαιά Διαθήκη δανείστηκε για να χτίσει την εβραϊκή άποψη για την κοσμογονία. Οι Βαβυλώνιοι, οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες συνεισέφεραν τις στηριγμένες στη βία μυθολογίες τους, από τις οποίες ο λαός του Ισραήλ απομόνωσε και δέχτηκε όσα ταίριαζαν με τη δική του θεοκρατική αντίληψη. Η πάλη του βαβυλωνιακού θεού Μαρδούχ (του Βήλου των αρχαίων Ελλήνων) με τον δράκο Τιαμάν αποτυπώνεται στους ψαλμούς που περιέχονται στο βιβλίο του Ιώβ. Ο Μαρδούχ, πίστευαν οι Βαβυλώνιοι, νίκησε και σκότωσε τον δράκο κι από το μισό του σώμα δημιούργησε το στερέωμα, ενώ από το άλλο μισό τη Γη. Και χώρισε τα νερά του Ουρανού από τα νερά της Γης, όπως περιγράφεται και στη Γένεση. Μετά, πίστευαν οι Βαβυλώνιοι, ο Μαρδούχ πήρε χώμα και χόρτο κι έπλασε τον πρώτο άνθρωπο, που τον ονόμασε Αδάπα ή Αδάμου.
Οι Φοίνικες πίστευαν πως εκείνο που προϋπήρξε ήταν το βαθύ και αδιαπέραστο σκοτάδι. Πάνω του φυσούσε ο άνεμος κι από την ένωσή τους γεννήθηκε η λάσπη που έδωσε ζωή στην πλάση. Για τους Αιγύπτιους, ο κόσμος γεννήθηκε από τη γονιμοποίηση του χάους. Το ευγενές σπέρμα, ως πνεύμα και ως ακτίνα, δημιούργησε τα όντα και τον λόγο.
Στην περσική μυθολογία, όλα είναι αποτέλεσμα της πάλης του Αουραμάσδαν (του Ωρομάσδη των αρχαίων Ελλήνων) με τον Αριμάν. Ο πρώτος είναι ο θεός του Καλού. Μέσα σε έξι περιόδους, σε έξι κοσμογονικές ημέρες, έπλασε, από το μηδέν, πρώτα τον κόσμο, έπειτα το βόδι και τέλος τον άνθρωπο. Ο Αριμάν, ως θεός του Κακού, προσπαθεί να καταστρέψει όσα ο Αουραμάσδαν δημιούργησε. Η πάλη τους είναι αιώνια με τελικό νικητή τον θεό του Καλού. Το ότι όμως άλλοτε φαίνεται πως θα νικήσει ο Αουραμάσδαν κι άλλοτε ο Αριμάν καθρεφτίζεται στις περιόδους ευτυχίας ή δυστυχίας του κόσμου.

Έλληνες - Ρωμαίοι - Γαλάτες
Η ανθρώπινη και παιχνιδιάρικη υπόσταση των θεών της αρχαίας Ελλάδας αποτελεί την κυρίαρχη διαφορά της ελληνικής μυθολογίας από τις άλλες. Η ζοφερή αρχή υπάρχει κι εδώ. Γρήγορα όμως όλα μεταβάλλονται σ’ ένα παιχνίδι κι ένα φωτισμένο προσκήνιο, όπου ακόμα και η διάσωση της νέας γενιάς των θεών από τη βουλιμία του Κρόνου, γίνεται φάρσα: Η Ρέα του δίνει φασκιωμένη πέτρα και πουλάρι να φάει, αντί για τα παιδιά του.
Στην αρχή, υπήρχαν μόνο το Χάος και η Νύχτα. Από την ένωσή τους, προέκυψαν ο Ουρανός και η Γη κι από τη δική τους ένωση γεννήθηκαν οι Τιτάνες. Αρχηγός των Τιτάνων, ο Κρόνος βασίλευσε στη Γη, πήρε γυναίκα του τη Ρέα που δεν είναι άλλη από την προσωποποίηση της φύσης και κυριάρχησε, ώσπου ο γιος του ο Δίας να τον εκθρονίσει. Έρχεται έπειτα ο Προμηθέας να πλάσει τους ανθρώπους με υλικό το χώμα, στο οποίο εμφύσησε ζωή. Τους μαθαίνει πώς να χρησιμοποιούν τη φωτιά και τους υπερασπίζεται από την καταστροφική μανία του Δία. Ακολουθεί ο κατακλυσμός κι αφανίζει το γένος των ανθρώπων. Μόνον ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα σώζονται κι αποκτούν παιδί τον Έλληνα, γενάρχη όλων των επωνύμων. Η συγκριτική μέθοδος μύθων - γεγονότων τοποθετεί τη γέννησή του στα 1519 π.Χ. Όλοι οι άλλοι άνθρωποι είναι δημιουργήματα του μοναδικού αυτού ζευγαριού: Καθώς περπατούσαν, έριχναν πίσω τους πέτρες. Του Δευκαλίωνα οι πέτρες μεταμορφώνονταν σε άνδρες και της Πύρρας σε γυναίκες.
Οι Ρωμαίοι δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την κοσμογονία. Πριν να γνωρίσουν την ελληνική μυθολογία, έδιναν ψυχή σε κάθε αντικείμενο και πίστευαν πως όλα γύρω τους, δέντρα, λουλούδια, βουνοκορφές ήταν θεοί. Μετά, δε δυσκολεύτηκαν να αφομοιώσουν και να δεχτούν την ελληνική άποψη, όπως χωρίς πολλές αντιρρήσεις αποδέχτηκαν τις περί κοσμογονίας αντιλήψεις κι άλλων λαών, που κατάκτησαν. Με τους Γαλάτες τα πράγματα δεν είναι ξεκαθαρισμένα. Τα όσα ξέρουμε προέρχονται από τον Ιούλιο Καίσαρα που μάλλον δεν πολυασχολήθηκε με το ζήτημα. Κι όπως αναγνώριζε ανύπαρκτα στοιχεία της ρωμαϊκής λατρείας στις δοξασίες των Γαλατών, περισσότερο μπέρδεψε παρά φώτισε το θέμα. Εκείνο που βάσιμα υποθέτουμε είναι πως οι ιερείς των Γαλατών, οι Δρυίδες (όμοιοι με τους αντίστοιχους των Κελτών στα αγγλικά νησιά) πίστευαν και δίδασκαν πως ένας είναι ο κυρίαρχος θεός, αντίθετα με τον πολύ λαό, που έδινε θεϊκή ιδιότητα σε πλήθος ζώα, φυτά και δέντρα. Για τους ιερείς αυτούς, ο άνθρωπος έρχεται από τον Κάτω Κόσμο κι εκεί επιστρέφει.

Σκανδιναβοί και Γερμανοί
Οι λαοί της Σκανδιναβίας απλώθηκαν νότια κάποια στιγμή κι αναμίχτηκαν με τα γερμανικά φύλα, σκορπίστηκαν σε όλη την Ευρώπη και πέρασαν και στα νησιά. Μαζί τους μετέφεραν και πλήθος πανέμορφους μύθους για τη δημιουργία του κόσμου. Πρώτα υπήρχε το Χάος. Στη μια του πλευρά αναπτύχθηκε το απέραντο κράτος του ψύχους και της ομίχλης. Στην άλλη του πλευρά δημιουργήθηκε το κράτος της φωτιάς. Το Ψύχος και η Φωτιά ενώθηκαν κι έτσι γεννήθηκε ο Ιμίρ, το πρώτο ον. Από τις σταγόνες της ομίχλης δημιουργήθηκε η αγελάδα, που πρόσφερε τροφή ώστε να μπορέσει ο Ιμίρ να μεγαλώσει. Κάποια στιγμή, το πρώτο ον έπεσε να κοιμηθεί κι από τον ιδρώτα ή από την αναπνοή του γεννήθηκαν οι τρεις μεγάλοι θεοί με τον Όντιν μέγιστο ανάμεσά τους. Οι τρεις θεοί χώρισαν τη στεριά από τα νερά και ακινητοποίησαν τον Ήλιο, που έριξε τις ακτίνες του στη Γη κι έκανε να φυτρώσει η πρώτη χλόη. Μετά, ο Χάιμδαλ, ο θεός του πολιτισμού, άρχισε να περιοδεύει την πλάση όλη. Φιλοξενήθηκε στην καλύβα του Άε και της Έδα, που έμεινε έγκυος. Γεννήθηκε ο Τρελ, γενάρχης των δούλων, παρ’ όλο που η Έδα είναι τόσο σεβαστή, ώστε να βαφτίσουν με το όνομά της τα ιερά κείμενα. Ο Χάιμδαλ ενώθηκε, έπειτα, με την Άμα και γεννήθηκε ο Καρλ, γενάρχη όλων των ελεύθερων ανθρώπων. Τέλος, ο Χάιμδαλ ταίριαξε και με τη Μούδερ, που απέκτησε έτσι τον Σιέντλ, γενάρχη όλων των αριστοκρατών.

Η ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ και η ΘΕΟΓΟΝΙΑ στους αρχαίους Έλληνες

Συνήθως, όταν αναφερόμαστε στις κοσμογονικές και θεογονικές αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων μέσα από την Μυθολογία, αναφερόμαστε στον Ησίοδο
Ο Ησίοδος στη Θεογονία του μας παρέχει πλήθος πληροφοριών για τους θεούς και τις άλλες θεϊκές ή μυθικές οντότητες του ελληνικού 12θεου, "γεννεαλογικά δένδρα", ερμηνείες και εξηγήσεις μ' ένα τέτοιο "επιστημονικό τρόπο" που ξεχνάς ότι πρόκειται για μια μυθολογική προσέγγιση και αφοσιώνεσαι στην αφήγησή του. Σημαντικές πληροφορίες μας παρέχει επίσης και ο Όμηρος στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια και μάλιστα, πάρα πολλά στοιχεία κυρίως για τις σχέσεις μεταξύ των θεών του Ολύμπου. Γενικά, σαν θέμα η Κοσμογονία και η Θεογονία φαίνεται πως ήταν ένα πολύ αγαπητό θέμα για τους αρχαίους και αυτό φαίνεται τελικά και από τις απόψεις πολλών φλοσόφων και σοφών που ασχολήθηκαν μ' αυτό, μέσα από το πέρασμα των αιώνων.

Για μας τους νεώτερους, όλα αυτά είναι απλά ένας Μύθος, ένα παραμύθι, που όμως μέσα του κρύβει όλο το μεγαλείο και τη λαμπρότητα του ελληνικού πνεύματος, τις αντιλήψεις του και τις κοσμοθεωρίες των προγόνων μας. Οι αρχαίοι Έλληνες πρώτοι - και ίσως οι μόνοι -  έπλασαν τους θεούς τους στα δικά τους μέτρα. Τους απέδωσαν μεν υπερφυσικές δυνάμεις και την κυριαρχία των στοιχείων και της φύσης, αλλά παράλληλα τους "κόσμησαν" και με ανθρώπινα ελλαττώματα, ανάγκες και αρετές. Οι θεοί τους είχαν ανθρώπινη μορφή ενώ όλα τα "τέρατα" τελικά είτε κλείστηκαν στα έγκατα της γης (στον Τάρταρο, θάφτηκαν κάτω από βουνά, κλπ) είτε εξοντώθηκαν από τους ίδιους τους θεούς και -αργότερα- από τους Ήρωες των αρχαίων. Οι ελληνικοί θεοί δεν ζητούν ανθρωποθυσίες. Αναμειγνύονται με τους ανθρώπους, ζουν μαζί τους, πολεμούν μαζί τους, γλεντούν μαζί τους, τους βοηθούν ή τους τιμωρούν, όμως, δεν ελέγχουν -δεν αποφασίζουν- τη μοίρα τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι στη πραγματικότητα ένας ορθολογικός και απόλυτα ανθρωποκεντρικός πολιτισμός. Χρειάζεται μεν τους θεούς για να συμπληρώσει το "μεταφυσικό κενό" της ανθρώπινης φύσης αλλά ταυτόχρονα φροντίζει να κρατάει τους θεούς μακριά, στον Όλυμπο, άλλοτε σαν συμμάχους και βοηθούς κι άλλοτε σαν πολέμιους ή αδιάφορους στο ανθρώπινο δράμα.

Αλλά καλό είναι να αφήσουμε τον ίδιο τον Μύθο να μας τα διηγηθεί όλα αυτά και ας απολαύσουμε τις πανέμορφες αυτές ιστορίες που μάγεψαν ολόκληρη την ανθρωπότητα με τον πλούτο τους, την ομορφιά τους και την υπέροχη αφηγηματική τους συνέπεια και συνέχεια. 

Η σελίδα αυτή αναφέρεται στην θεογονία και στους θεούς των αρχαίων Ελλήνων, στη γέννησή τους, στον χαρακτήρα τους, στα χαρίσματά τους, στις δυνάμεις και στις αδυναμίες τους, στις "σκανδαλιές" και στα απίθανα καμώματά τους. Ας μην ξεχνάμε παράλληλα ότι οι θεοί αυτοί είναι τα δημιουργικά "γεννήματα" ενός αεικίνητου και πρόσχαρου λαού, γεμάτο από φαντασία και λυρισμό. Μέσα από την κοσμογονία τους οι αρχαίοι Έλληνες προσπάθησουν να εξηγήσουν τα μεγάλα ερωτήματα που αιώνια ταλανίζουν την ανθρώπινη φύση (όπως π.χ., την προέλευση του σύμπαντος και του κόσμου, την προέλευση των ειδών στον πλανήτη, τα φυσικά καιρικά φαινόμενα, τις κοινωνικές δομές, την προέλευση των Νόμων και των Ηθών, τη μεταφυσική του θανάτου, κλπ ), ενώ ταυτόχρονα καταγράφουν σαν ιστορίες τις μετακινήσεις πληθυσμών, την πρόελευση - καταγωγή και τις προσμίξεις των φυλών,  και τόσα άλλα ανθρωπολογικά και ιστορικά στοιχεία. Σηκώνοντας τα πέπλα του Μύθου, ανακαλύπτουμε τα πρώτα βήματα του ανθρώπου στον πλανήτη γη...

1. Ο Ουρανός και η Γη
Όπως λέει ο Ησίοδος, στην αρχή δεν υπήρχε τίποτα. Πριν απ' όλα υπήρχε το Χάος, το απόλυτο "τίποτα". Κανένας ήχος ή θόρυβος, καμιά κίνηση. Όλα ήταν άμορφα και σκοτεινά και οι αιώνες κυλούσαν σιωπηλοί και σκοτεινοί ο ένας μετά τον άλλο. Μετά το Χάος φάνηκε το Έρεβος και ύστερα η Νύχτα. Το σκοτεινό Έρεβος απλωνόταν μαζί με το πηχτό σκοτάδι της Νύχτας παντού πάνω και γύρω από το Χάος. Το Έρεβος και η Νύχτα έφεραν στην συνέχεια τον Αιθέρα και την Ημέρα. Από αυτά έλαμψαν και φωτίστηκαν όλα, πήραν ζωή και ημέρεψαν. 

Κι ενώ το Έρεβος και η Νύχτα υποχώρησαν και μαζεύτηκαν στα σκοτεινά τους βασίλεια, ο Αιθέρας παντρεύτηκε την Ημέρα και από την ένωσή τους γεννήθηκε η Γη (Γαία). Αυτή που για τους αρχαίους ήταν η "παγκόσμια μητέρα", η αρχή όλων των πραγμάτων, θνητών και αθανάτων, το "αιώνιο στήριγμα". Μητέρα κάθε ζωής και ευτυχίας! Η Γη παντρεύτηκε τον Ουρανό και από αυτή την ένωσή τους κατάγεται όλη η γενιά των θεών. Ο Ουρανός κι η Γη απόκτησαν πάρα πολλά παιδιά, πολλά από αυτά παράξενα και φοβερά πλάσματα, με τεράστια δύναμη και ικανότητες. 

Πρώτα απ' όλα τα παιδιά γεννήθηκαν οι 12 Τιτάνες, έξι Τιτάνες και έξι Τιτανίδες. Οι Τιτάνες ήταν :ο Ωκεανός, οΚοίος, ο Κρείος, ο Υπερίωνας, ο Ιαπετός και τελευταίος ο Κρόνος. Οι Τιτανίδες ήταν : η Τηθύς, η Θεία, ηΘέμιδα, η Μνημοσύνη, η Φοίβη και η Ρέα. Μετά γεννήθηκαν οι Γίγαντες. Αυτά ήταν τρομερά πλάσματα,μεγάλωναν αμέσως, θέριευαν, έκαναν μεγάλα πηδήματα κι έφερναν τον κόσμο πάνω-κάτω. Ακόμη κι ο Ουρανός τρόμαξε με τα παιδιά του αυτά. Μαζί με τον φόβο τον κυρίευσε και η ιδέα ότι μπορεί κάποτε κάποιο από τα παιδιά του αυτά να προσπαθήσει να του πάρει και τον θρόνο.  Έτσι αποφάσισε και μόλις γεννιόταν, ένα-ένα, τα έπιανε και τα πετούσε στο σκοτεινό βασίλειο του Ταρτάρου.

[Ο Τάρταρος (ή Τάρταρα), είναι η φυλακή των θεών που νικιόνταν! Μια υπόγεια, μαύρη και κατασκότεινη σπηλιά, βαθειά μέσα στη γη που, όπως λέει ο Ησίοδος, αν έριχνες ένα χάλκινο τσεκούρι θα έκανε εννιά μερόνυχτα για να φθάσει. Σε εκείνο το υγρό και θλιβερό μέρος που ήταν γεμάτο ατμούς, μέσα σε μια φυλακή από χάλκινο τείχος και με σιδερένιες πόρτες έριχνε ο Ουρανός τα παιδιά του, τους Τιτάνες και τους Γίγαντες. Έξω από το τείχος ήταν ένα τεράστιο βάραθρο που χρειαζόταν ένα χρόνο να περπατά κάποιος για να φθάσει στην άκρη του, αν τον άφηναν ποτέ οι δυνατοί ανεμοστρόβιλοι που φυσούσαν εκεί. Πάνω από τον Τάρταρο είναι οι ρίζες της γης και της θάλασσας. Και κάπου εκεί βρίσκεται και ο Άδης, ο τόπος που πηγαίναν οι ψυχές κατά τους αρχαίους Έλληνες]

Αρκετά χρόνια αφού ο Ουρανός έκλεισε τους Τιτάνες στον Τάρταρο, η Γη γέννησε άλλα παιδιά. Πρώτα τους τρεις Κύκλωπες. Ήταν σωστά τέρατα με απαίσα μορφή και παράξενο σώμα. Είχαν μόνο ένα μάτι στο μέσο του μετώπου τους και τα ονόματά τους ήταν: ΒρόντηςΣτερόπης και Άργης. Ο Ουρανός μόλις είδε κι αυτά τα παιδιά του, όρμησε και τα πέταξε κι αυτά στον Τάρταρο. Ύστερα οι Γη γέννησε τους Εκατόγχειρες. Αγριωπά, τεράστια και παράξενα πλάσματα, με εκατό χέρια στους ώμους τους και εκατό κεφάλια πάνω από αυτά. Τα ονόματά τους ήταν: ΑιγαίωναςΚότος και Γύγης. Ο Ουρανός ανατρίχιασε όταν τους είδε. Αμέσως έστειλε μια ισχυρότατη θύελλα και σπρώχνοντάς τους και αυτός μαζί τους έριξε κι αυτούς στον Τάρταρο, όπου βρισκόταν τα υπόλοιπα αδέρφια τους. 

Η Γη, απαρηγόρητη που γέννησε στον Κρόνο 18 παιδιά αλλά δεν είχε κανένα κοντά της, δεν έτρωγε πια τίποτα και τα βράδια δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Όσο και αν παρακαλούσε τον Ουρανό να αφήσει τα παιδιά της, αυτός της απαντούσε ότι "δεν ήθελε παιδιά τέρατα"! Και άλλα παιδιά να γεννούσε, σκεφτόταν, την ίδια τύχη θα είχαν κι αυτά...


2. Η εκδίκηση της Γης

Μαζί με την πίκρα και την απελπισία της φώλιασε στην ψυχή της και η έχθρα για τον άντρα της, τον Ουρανό. Κατά τον Ησίοδο "σχεδιάζει μια σκληρή και δόλια εκδίκηση". Έβγαλε μέσα από τις φλέβες της ένα κομμάτι σκληρό σίδερο και καθώς ήταν ακόμη ζεστό, το λύγισε και έφτιαξε από αυτό ένα γυαλιστερό και κοφτερό δρεπάνι. Με το δρεπάνι αυτό στα χέρια της έτρεξε ολονυχτίς, για να μην την καταλάβει ο Ουρανός και έφτασε στον Τάρταρο. Εκεί, γονάτισε μπροστά στα παιδιά της και τα θερμοπαρακαλούσε να τιμωρήσουν τον άκαρδο και σκληρό πατέρα τους:

   "- Είναι κρίμα κι άδικο", τους έλεγε, "να βρίσκεστε κλεισμένα εδώ στο σκοτάδι. Ο πατέρας σας σας φέρθηκε σα κακούργος και πρέπει να τον εκδικηθούμε. Ποιανού από σας το λέει η καρδιά του να με βοηθήσει;"


Όλα την κοίαζαν παραξενεμένα και τρομαγμένα και κανένα δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Φοβόταν τον τρομερό θυμό του Ουρανού αν τους έπιανε. Μόνο ο μικρότερος απ' όλους, ο Κρόνος, την πλησίασε και πήρε από τα χέρια της το δρεπάνι και την ακολούθησε.

Σε λίγο έφθασαν στο παλάτι του Ουρανού. Ήταν ακόμη νύχτα. Πρώτη πλησίασε στον κοιμισμένο Ουρανό η Γη, ξάπλωσε πλάι του και προσποιήθηκε πως κοιμάται. Ύστερα πλησίασε και ο Κρόνος. Σηκώνει το κοφτερό δρεπάνι και με μιας ρίχνεται επάνω στον κοιμισμένο Ουρανό και τον ακρωτηριάζει ευνουχίζοντάς τον. Ανήμπορος πια να τον σταματήσει ο Ουρανός, ο Κρόνος ξεκίνησε για τον Τάρταρο να ελευθερώσει τα αδέλφια του. Στο πέλαγος πέταξε ένα κομμένο μέλος του Ουρανού κι από εκεί, μέσα από τα αφρισμένα κύματα, γεννήθηκε η Αφροδίτη. Και από μερικές σταγόνες αίμα του Ουρανού που έσταξαν κάπου αλλού στη γη γεννήθηκαν οι Ερινύες.


Μούγκριζε από τον πόνο ο Ουρανός, φώναζε, βογκούσε και φοβέριζε με το αίμα να τρέχει ποτάμι από πάνω του. Η Γη, συγκινήθηκε και τον λυπήθηκε. Μετάνιωσε για ότι έγινε βλέποντάς τον σ' αυτή την κατάσταση, έτρεξε και μάζεψε βότανα και του έδεσε την πληγή. Όμως η πληγή αυτή θα μείνει για πάντα αγιάτρευτη και ο Ουρανός θα είναι σακάτης σ' όλη του τη ζωή. Ο Ουρανός χάνει λοιπόν, τον θρόνο του και στη θέση του ανεβαίνει ο γιος του, ο Κρόνος...

3. Κρόνος και Ρέα

Από τα πρώτα μέτρα που πήρε ο Κρόνος για να εδραιώσει τον θρόνο του ήταν η αποφυλάκιση των αδελφών του από τη φυλακή του Ταρτάρου. Φοβήθηκε όμως να ελευθερώσει όλα τα αδέλφια του. Ελευθέρωσε μόνο τους Τιτάνες και τις Τιτανίδες και άφησε φυλακισμένους στον Τάρταρο τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Και αυτοί, από το παράπονο και από τον θυμό τους μούγκριζαν και φοβέριζαν και ταρακουνούσαν ολόκληρη τη γη. Μάταια όμως, γιατί ο Κρόνος δεν νοιαζόταν για όλα αυτά. Η παντοδυναμία του πλέον στον θρόνο του εξασφάλιζε την ευτυχία.

Αφού λοιπόν, εξασφάλισε την ησυχία σ' όλο τον κόσμο, αποφάσισε να παντρευτεί την όμορφη Τιτανίδα αδερφή του, τη Ρέα. Ο γάμος τους έγινε με μεγάλες χαρές, φαγοπότια και γλέντια. Και σε λίγο καιρό, το ευτυχισμένο ζευγάρι απέκτησε τα πρώτα του παιδιά. Το πρώτο παιδί ήταν κορίτσι, η Εστία. Μετά γεννήθηκε η όμοφη Ήρα κι αργότερα γεννήθηκε η Δήμητρα. Όσο κι αν του κακοφάνηκε του Κρόνου στην αρχή που τα παιδιά του ήταν όλα κορίτσια, από την άλλη ήταν ήσυχος ότι τουλάχιστον δεν θα προσπαθούσαν να του πάρουν την εξουσία.  Ο Κρόνος ήταν ευτυχισμένος που οι θυγατέρες του ήταν όμορφες, καλόγνωμες και υπάκουες και η εξουσία του σαν βασιλιά των θεών εξασφαλισμένη!

Τα πράγματα όμως άλλαξαν για τον Κρόνο, όταν στην συνέχεια γεννήθηκε το πρώτο αγόρι, ο Πλούτωνας. Έχοντας σαν παράδειγμα τη δική του σχέση με τον πατέρα του, τον Ουρανό, ο Κρόνος άρχισε να σκέφτεται ότι κάποια μέρα ο γιός του (ή οι γιοί του στο μέλλον) θα προσπαθήσουν να πάρουν την εξουσία απ' αυτόν. Έπρεπε λοιπόν να βρει ένα τρόπο να απαλλαγεί από τον Πλούτωνα κι απ' όλα τα αρσενικά παιδιά θα γεννιόταν μετά απ' αυτόν. Πως όμως; Αν τα έκλεινε στον Τάρταρο, όπως έκανε σ' αυτόν ο Ουρανός, θα μπορούσαν κάποτε να ξεφύγουν όπως ξέφυγε και αυτός, και επιπλέον θα συμμαχούσαν εκεί και με τα αδέλφια του τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, που ήταν φυλακισμένοι ακόμη εκεί. Νύχτες ολόκληρες έμενε ξάγρυπνος φοβούμενος τι θα μπορούσε να πάθει και πως θα βρει λύση στο πρόβλημά του!

Κάποιο βράδυ, την ώρα που η Ρέα κοιμόταν ξένιαστη, πλησίασε τον μικρό Πλούτωνα στη κούνια του, τον σήκωσε στα χέρια του και ύστερα ξαφνικά άνοιξε το στόμα του και τον κατάπιε ολόκληρο. Έτσι, σκέφτηκε, ήταν πλέον σίγουρος ότι ο Πλούτωνας δεν θα μπορούσε ποτέ να βγεί και να απειλήσει την εξουσία του. Το πρωί που ξύπνησε η Ρέα και αναζήτησε τον μικρό Πλούτωνα, ο Κρόνος καμώθηκε τον ανήξερο και όταν αυτή άρχισε να κλαίει και να φωνάζει και να αναζητά παντού το παιδί της, αυτός την καθησύχαζε λέγοντάς της πως ο γιός τους, σαν θεός που ήταν, μεγάλωσε μονομιάς κι έφυγε για να δει και τον υπόλοιπο κόσμο. Μάταια η Ρέα έψαχνε και ρωτούσε παντού για το παιδί της. Δεν μπόρεσε να το βρει πουθενά!

Ήρθε όμως ο καιρός και η Ρέα γέννησε ακόμη ένα αγόρι, τον Ποσειδώνα. Όση ήταν η χαρά της Ρέας, τόσο ήταν το μίσος του Κρόνου. Στο τέλος, με τρομερό ύφος απαίτησε από την Ρέα να του δώσει το παιδί, αν ήθελε κι αυτή τη ζωή της, γιατί φοβόταν τι θα συμβεί όταν ο Πσειδώνας θα μεγάλωνε. Μάταια η Ρέα προσπάθησε να τον μεταπείσει. Φιλούσε και ξαναφιλούσε το παιδί της, το μοιρολογούσε και το έκλαιγε, μα δεν μπορούσε με τίποτα να αλλάξει την απόφασή του. Αφού της πήρε το παιδί, άνοιξε το στόμα του και το κατάπιε κι αυτό όπως και τον άτυχο Πλούτωνα. Ύστερα, επειδή βάρυνε κάπως, τόριξε στον ύπνο, ενώ πιο εκεί η Ρέα δεν ήξερε τι να κάνει από τον καημό της και ξαγρυπνούσε απαρηγόρητη ...


4. Η Γέννηση του Δία

 Πέρασαν αρκετά χρόνια πριν η Ρέα μείνει πάλι έγκυος. Από τη μια χαιρόταν που θα έκαμε ακόμη ενα παιδί, από την άλλη όμως έτρεμε στην ιδέα στο τι θα συνέβαινε και ποιά θα ήταν η τύχη που θα είχε από τον Κρόνο αν ήταν αγόρι. Μέσα στην αγωνία της αυτή, έψαχνε απελπισμένα ένα τρόπο για το γλιτώσει. Στο τέλος, πήγε στον Ουρανό και την Γη για να ζητήσει την δική τους βοήθεια και συμβουλή. Και αυτοί, την συμβούλευσαν και της είπαν τι έπρεπε να κάνει !... 

Όταν πλησίζαν οι μέρες που θα γεννούσε η Ρέα το παιδί, προσποιήθηκε στον Κρόνο ότι ήταν πολύ κουρασμένη και του ζήτησε να την αφήσει να πάει μερικές μέρες μια βόλτα μέχρι την Κρήτη για να ξεσκάσει. Ο Κρόνος την πίστεψε και αυτή ξεκίνησε για την Κρήτη. 

Στην Κρήτη η Ρέα φιλοξενήθηκε στο παλάτι του βασιλιά Μελισσέα. Κάποια νύχτα, ήρθε η ώρα για να γεννηθεί το παιδί. Η Ρέα, που φοβόταν μήπως το παιδί ήταν αγόρι και το μάθει ο Κρόνος, ζήτησε από τον βασιλιά Μελισσέα να ορκιστεί ότι θα το κρατήσει μυστικό και να της δώσει μια συντροφιά να πάει να γεννήσει το παιδί σε μια ερημιά, που να μην μπορεί να την βρει ο Κρόνος. Κι έτσι και έγινε. Ο Μελισσέας της έδωσε γα συντροφιά τις δυο κόρες του και όλες μαζί ξεκίνησαν για το βουνό Ίδη, όπου βρήκαν μια βαθιά σπηλιά, ιδανικό μέρος γι' αυτό που έψαχναν. Η σπηλιά αυτή ονομαζόταν Ιδαίο Άντρον. Εκεί η Ρέα γέννησε τον Δία. Τον μελλοντικό βασιλιά θεών και ανθρώπων. 

Μόλις γεννήθηκε το μωρό άρχισε τα κλάματα. Η Ρέα και οι βασιλοπούλες φοβήθηκαν ότι ο Κρόνος θα άκουγε τις φωνές του μικρού και θα ξεσπούσε επάνω τους την οργή του. Έτρεξαν λοιπόν οι κόρες του Μελισσέα και έφεραν τους Κουρήτες, κάποια δαιμονικά και άγρια πλάσματα που όλη τη μέρα τραγουδούσαν, χόρευαν και πάλευαν μεταξύ τους. Αυτοί άρχισαν να χορεύουν έξω από την σπηλιά τον πολεμικό τους χορό, τον Πυρρίχιοόπως τον έλεγαν, χτυπώντας τις ασπίδες με τα όπλα τους και να φωνάζουν δυνατά. Μ' αυτό τον "χαλασμό" ήταν αδύνατο να ακούσει ο Κρόνος τα κλάματα του μικρού Δία.

Καθώς άρχιζε να ξημερώνει η Ρέα αποφάσισε να γυρίσει πίσω στον Όλυμπο και στον Κρόνο πριν αυτός αρχίσει να υποψιάζεται τίποτα. Η κοιλιά της όμως, θα την πρόδιδε ότι πλέον είχε γεννήσει, και έτσι εφάρμοσε το παρακάτω τέχνασμα που την είχε συμβουλέψει ο Ουρανός: Πήρε μια μακρουλή πέτρα ίσα μ' ένα νεογέννητο μωρό, την τύλιξε με πολλά ρούχα και φασκιές να μοιάζει με αληθινό μωρό και την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της. Ο Κρόνος, μόλις την είδε να φθάνει στον Όλυμπο μ' ένα μωρό -όπως νόμισε- στην αγκαλιά της, όρμησε και πριν την καλωσορίσει καλά-καλά άρπαξε το μωρό και το κατάπιε. Ούτε καν σκέφτηκε να κοιτάξει αν το μωρό ήταν τελικά αγόρι ή κορίτσι! Δεν πέρασε πολύ ώρα και το στομάχι του Κρόνου άρχισε να πονάει. Γύριζε από εδώ, ξαναγύριζε από την άλλη, αλλά το ίδιο έκανε κι η πέτρα! Κάποια στιγμή δυνάμωσαν οι πόνοι και τον έπιασε εμετός. Πιάνοντας τότε ο Κρόνος την κοιλιά του καταλαβε τι είχε συμβεί. Έβαλε τις φωνές και μουγκρίζοντας όρμηξε να πνίξει τη Γη. Αυτή όμως, πρόφτασε και του ξέφυγε. Ο Κρόνος σαν τρελλός άρχισε τότε αγριεμένος να ψάχνει το μικρό παιδί για να το καταπιεί και αυτό, μάταια όμως! Πουθενά δεν μπορούσε να το βρει.

Οι δυο βασιλοπούλες της Κρήτης, με εντολή της Γης, φρόντιζαν για την ασφάλεια και την ανατροφή του Δία. Έφτιαξαν μια κούνια ψηλά σ' ένα δένδρο για να κοιμάται  Δίας και έφεραν κοντά του μια γίδα, την Αμάλθεια, για να πίνει το γάλα της. Επειδή δεν είχαν δοχείο να βάζουν μέσα το γάλα της γίδας, της έκοψαν το ένα κέρατο και το κούφιαναν και μ' αυτό έδιναν στο Δία να πίνει γάλα. Ένας αετός πάλι, κουβαλούσε από τα αγριομελίσσια του δάσους στον Δία μέλι. Και έτσι μεγαλωνε ο Δίας στην Κρήτη, μακριά από τον Κρόνο που ζούσε πια μόνο με την έγνοια και τον φόβο του γιού του, που θα ερχόταν κάποια στιγμή να του αρπάξει την εξουσία και τον θρόνο, ότι έκανε δηλαδή κι αυτός στον πατέρα του Ουρανό...

[Όταν ψόφησε πια η Αμάλθεια και ο Δίας ήταν τότε κυβερνήτης όλου του κόσμου, για να την ευχαριστήσει, την έβαλε ανάμεσα στα άστρα και σχημάτισε τον αστερισμό του Αιγόκερου. Με το άτρωτο δέρμα της (τομάρι), τηνΑιγίδα που τίποτα δεν την διαπερνούσε,  κάλυψε την θεϊκή του ασπίδα του και αργότερα την έδωσε στην κόρη του Αθηνά. Το κέρατο της Αμάλθειας, από το οποίο έπινε ο Δίας το γάλα του - το γνωστό κέρας της Αμάλθειας - απόκτησε μυθική δύναμη και έγινε σύμβολο του πλούτου και της αφθονίας και πίστευαν ότι όποιος το είχε στα χέρια είχε και όλα τα αγαθά του κόσμου.
Ακόμη, ο αετός που φρόντισε τον Δία, μπήκε στην προστασία του θεού κι έγινε το αιώνιο σύμβολό του.]


5. Δίας και Κρόνος

Μόλις ο Δίας ένιωσε ότι μεγάλωσε αρκετά και τον πλημμύρισε μια ανίκητη θεϊκή δύναμη, ετοιμάστηκε και ανέβηκε στον Όλυμπο να συναντήσει τον πατέρα του τον Κρόνο. Χωρίς να χάσει χρόνο παρουσιάστηκε μπροστά του:
   - Είμαι ο γιος σου ο Δίας, είπε στον Κρόνο, και θέλω να ελευθερώσεις τα αδέλφια μου!


Ο Κρόνος σάστισε με το θάρρος, την τόλμη και την δύναμη του Δία. Προσποιήθηκε πως χάρηκε που είδε τον Δία και υποσχέθηκε - ψεύτικα - πως θα του έκανε το χατήρι να βγάλει από μέσα του τ' αδέλφια του Δία. Όμως, ο Κρόνος προσπαθούσε έτσι να κερδίσει χρόνο για να βρει τρόπο να ξεφορτωθεί τον Δία και οι μέρες περνούσαν χωρίς να πραγματοποίηση την υπόσχεσή του και να ελευθερώσει από μέσα του τον Πλούτωνα και ον Ποσειδώνα.


Ο Δίας τότε μεταχειρίστηκε κάποιο τέχνασμα για να αναγκάσει τον Κρόνο να ελευθερώσει τα αδέλφια του. Πήρε από την Νύμφη Μήτιδα ένα βότανο που προκαλούσε εμετό και με παρακάλια έπεισε την μητέρα του Γη να ρίξει το τριμμένο βοτάνι στο φαγητό του πατέρα του Κρόνου. Όταν τέλειωσε ο Κρόνος το φαγητό του αισθάνθηκε πονόκοιλο και αδιαθεσία που δυνάμωνε όσο περνούσε η ώρα. Όσο και αν φώναξε και αν ζήτησε βοήθεια κανείς πια δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Σε λίγο τον έπιασε εμετός και έβγαλε από μέσα του το φαγητό που έφαγε και μαζί την πέτρα που κατάπιε αντί του Δία και -φυσικά- τον Πλούτωνα και τον Ποσειδώνα.

[ Λέγεται ότι η πέτρα εκείνη υπάρχει ακόμη και σήμερα στο Μαντείο των Δελφών. Είναι λένε, ο "ομφαλός της γης" που έφερε εκεί ο ίδιος ο Δίας για ενθύμιο.]


6. Η Τιτανομαχία

[Η Τιτανομαχία αναφέρεται ουσιαστικά στην προσπάθεια των τριών αδερφών Δία, Πλούτωνα και Ποσειδώνα να πάρουν την εξουσία από τα χέρια του πατέρα τους Κρόνου.]

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθουν και να μεγαλώσουν λίγο ακόμη ο Δίας και τα αδέρφια του και τότε αποφάσισαν να ζητήσουν από τον Κρόνο να τους παραδώσει την εξουσία. Όμως ο Κρόνος δεν είχε χάσει ούτε τη δύναμή ούτε τη σκληρότητά του αλλά και ούτε σκόπευε να τους παραχωρήσει έτσι απλά την εξουσία. Μια μέρα, και τα τρία αδέρφια μαζί, όρμηξαν στον Κρόνο και τον ανάγκασαν να φύγει από τον θρόνο του και τον Όλυμπο. Ο Κρόνος φώναξε σε βοήθεια τα αδέρφια του τους Τιτάνες και τις Τιτανίδες και όλοι μαζί ξεκίνησαν να πάρει πίσω τον θρόνο του ο Κρόνος. Το ίδιο έκανε όμως κι ο Δίας, μαζεύοντας κοντά του τα αδέλφια και τις αδελφές του. Και ανάμεσα στις δυο ομάδες των θεών ξέσπασε ένας φοβερός πόλεμος!

Ο Κρόνος με τα δικά του αδέλφια, τους Τιτάνες, ήταν στο όρος Πήλιο και ο Δίας με τα δικά του αδέλφια στονΌλυμπο. Επειδή όμως το Πήλιο ήταν χαμηλότερο από τον Όλυμπο, οι Τιτάνες σώριασαν στίβες τεράστιους βράχους και έφτιαξαν το βουνό Όσσα (Κίσσαβος) και ανεβαίνοντας εκεί πλέον, πετούσαν πάνω στον Όλυμπο βράχους και γιγάντιες πέτρες. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι θεοί από τον Όλυμπο, και ο φοβερός πόλεμος μεταξύ των θεών κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια! Στο τέλος οι Τιτάνες του Κρόνου κατέβηκαν από την Όσσα και ξεκίνησαν ν' ανέβουν στον Όλυμπο και να πιαστούν στα χέρια με τον Δία και τα αδέλφια του. Όμως ο Δίας και τ' αδέλφια του κυλούσαν πάνω στους Τιτάνες βράχους από τις κορυφές και δεν τους άφηναν να πλησιάσουν!

Η Γη, η γιαγιά του Δία, τον συμβούλεψε τότε πως για να νικήσει τον πατέρα του έπρεπε να ελευθερώσει τα υπόλοιπα παιδιά της που βρισκόταν ακόμη φυλακισμένα στον Τάρταρο και μισούσαν τον Κρόνο και τους Τιτάνες. Ο Δίας δεν έχασε καθόλου καιρό και έτρεξε στον Τάρταρο για να ελευθερώσει τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες από τα δεσμά τους. Φύλακας όμως του Τάρταρου από τον Κρόνο είχε ορισθεί ένα φοβερό τέρας ο Κάμπης, με πενήντα κεφάλια και πύρινα μάτια που ήταν διαρκώς άγρυπνο. Μόλις είδε τον Δία του ρίχτηκε, αλλά ο Δίας πιο γρήγορος, άρχισε να πετάει τεράστιους βράχους επάνω του μέχρι που ο Κάμπης υποχώρησε τραυματισμένος και αποκαμωμένος. Ο Δίας ελευθέρωσε τότε τους Κύκλωπες και τους φοβερούς Εκατόγχειρες και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν να νικήσει τον Κρόνο και τους Τιτάνες και όλοι μαζί πέταξαν αμέσως στον Όλυμπο.

Οι Κύκλωπες αναγνωρίζοντας σαν ελευθερωτή τους τον Δία του χάρισαν την βροντή, την αστραπή και τονκεραυνό που έγιναν από τότε τα όπλα - σύμβολα του Δία. Στον Ποσειδώνα χάρισαν την φοβερή του τρίαινακαι στον Πλούτωνα χάρισαν ένα σιδερένιο κράνος που τον έκανε αόρατο στα μάτια θεών και ανθρώπων όταν το φορούσε.

Στο μεταξύ, ο Κρόνος και οι Τιτάνες είχαν φθάσει πια στην κορυφή του Ολύμπου και ετοιμάζονταν για την τελική αναμέτρηση όταν έφθασε στον Όλυμπο και ο Δίας με τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Ο Δίας φώναξε τότε στους Τιτάνες να σταματήσουν τον πόλεμο και να υποχωρήσουν αλλά εκείνοι το αγνόησαν και συνέχισαν να προχωρούν. Η απάντηση του Δία δόθηκε με ένα φλογισμένο κεραυνό που εξακόντισε εναντίον τους, το δώρο των θείων του Κυκλώπων. 
Και άρχισε έτσι μια τέτοια φοβερή μάχη μεταξύ των θεών που σείστηκε ολόκληρη η γη, ο ουρανός και η θάλασσα.
Λέει ο Ησίοδος: "... Ο ψηλός Όλυμπος έτρεμε από τα θεμέλιά του καθώς χτυπιόταν μεταξύ τους οι αθάνατοι. Του Ωκεανού το ρέμα και η πελώρια θάλασσα όλα κόχλαζαν. Η πυρκαγιά έφθανε ίσαμε το Χάος κάτω, κι απ' ότι βλέπουνε τα μάτια κι όσα ακούγουνε τα αφτιά, λες και ανακατώνονται η γη και ο ουρανός, η μια τραντάζεται στη βάση της, ο άλλος πέφτει από ψηλά ...". Από την ένταση της μάχης πήραν φωτιά τα δάση, έλιωναν οι πέτρες και όλα τυλίχτηκαν σε μαύρους καπνούς. Καθώς φυσούσαν οι άνεμοι σήκωναν πυκνά σύννεφα σκόνης που ανακατεύονταν με τις αστραπές, τους κεραυνούς και τις φωνές των αθανάτων και τους καπνούς και τις στάχτες... Μια αληθινή κόλαση και θεομηνία...

Όμως το αποτέλεσμα της μάχης γύρισε τελικά με το μέρος του Δία και των συμμάχων του. Οι τρεις Εκατόγχειρες, με τα τριακόσια χέρια τους, εκσφενδόνιζαν τους βράχους και τις πέτρες επάνω στους Τιτάνες με τέτοια ταχύτητα και δύναμη, που οι Τιτάνες αναγκάστηκαν στο τέλος να παραδοθούν. Οι Κύκλωπες αφού τους αλυσόδεσαν με βαριές αλυσίδες τους οδήγησαν στον Τάρταρο και τους έκλεισαν μέσα στη σκοτεινή φυλακή. Διπλομαντάλωσαν τις σιδερένιες πόρτες και εκεί απ' έξω στάθηκαν φύλακες οι τρομεροί Εκατόγχειρες μήπως και κάποιος τολμήσει ποτέ να τους απελευθερώσει. 
Έτσι τέλειωσε η Τιτανομαχία και ο Δίας με τα αδέλφια του πήραν την εξουσία και έγιναν απόλυτοι κυρίαρχοι του Ολύμπου και του κόσμου ολόκληρου...


οξέα βασεις πειράματα

οξέα βασεις πειράματα στην Αγγλική