Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υγρασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υγρασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Η ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΥΓΡΑΣΙΑ

Το νερό αποτελεί ένα ουσιαστικό συστατικό για την ύπαρξη της ζωής στη γη. Η συγκέντρωση των υδρατµών στην ατµόσφαιρα δεν είναι σταθερή, αλλά παρουσιάζει µεγάλες διακυµάνσεις, µεταβαλλόµενη από 0.2% στα ψυχρά ξηρά κλίµατα, µέχρι και 5% στους υγρούς τροπικούς. Τα µεγέθη αυτά, από πρώτη άποψη φαίνονται πολύ µικρά, αλλά για κάθε πρώτο λεπτό της ηµέρας σχεδόν 109 τόνοι νερού διοχετεύονται µέσα στην ατµόσφαιρα. Βέβαια το µεγαλύτερο ποσοστό αυτού προέρχεται από την εξάτµιση που συµβαίνει στους ωκεανούς. Η γεωγραφία του νερού διαδραµατίζει ουσιαστικό ρόλο στη διαµόρφωση της µορφολογίας της επιφάνειας της γης, στην κατανοµή των εδαφών, της βλάστησης και των ζώων.

Ο Υδρολογικός Κύκλος
Ένα µόριο νερού, που βρίσκεται στην επιφάνεια ενός ωκεανού ή στο ριζικό σύστηµα ενός φυτού, ακολουθεί έναν κύκλο, ο οποίος είναι γνωστός σαν υδρολογικός κύκλος
 και ο οποίος συνοψίζει τις διεργασίες της εξάτµισης ( ωκεανοί, λίµνες, ποταµοί) ή της διαπνοής (φυτά), που εφοδιάζει την ατµόσφαιρα µε υδρατµούς, της συµπύκνωσης, που οδηγεί στο σχηµατισµό νεφών, της βροχόπτωσης, που επαναφέρει τα 61 µόρια του νερού στην επιφάνεια της γης, της απορροής και της κατείσδυσης, που τελικά οδηγούν το νερό στις υδροσυλλογές και το υπέδαφος για να κλείσει έτσι ο υδρολογικός κύκλος.
 Οι Φάσεις του ύδατος στην ατµόσφαιρα Μολονότι το νερό αντιπροσωπεύει ένα πολύ µικρό ποσοστό του συνόλου της ατµόσφαιρας, αποτελεί ένα από τα πλέον σηµαντικά συστατικά της ατµόσφαιρας. Η κύρια αιτία αυτού του γεγονότος είναι ότι το νερό µπορεί να υπάρχει και στις τρεις του φάσεις στις συνήθεις θερµοκρασιακές συνθήκες της ατµόσφαιρας. Ειδικά το νερό, είναι η µόνη γνωστή ουσία η οποία εκδηλώνεται και στις τρεις φάσεις την ίδια στιγµή. Η ταχύτητα µε την οποία µπορούν να κινηθούν τα µόρια του ύδατος καθορίζει και τη φάση στην οποία βρίσκεται το κάθε µόριο. Η στερεή φάση, δηλαδή ο πάγος, χαρακτηρίζεται από χαµηλού επιπέδου κινητική ενέργεια, τα µόρια είναι διατεταγµένα σε προκαθορισµένη σειρά και δεν µπορούν να κινούνται ελεύθερα. Η υγρή φάση του νερού διακρίνεται για την ελεύθερη κυκλοφορία των µορίων. Τέλος, η αέρια φάση, δηλαδή οι υδρατµοί, διακρίνεται για το υψηλό επίπεδο κινητικής ενέργειας, την ελεύθερη κυκλοφορία των µορίων και τη δυνατότητα να καταλαµβάνουν όλο το χώρο που τους προσφέρεται. Για να µετατραπεί το νερό από τη µια φάση στην άλλη απαιτούνται κάποιες διεργασίες και κάποιες ενεργειακές ανταλλαγές, οι οποίες και περιγράφονται αµέσως παρακάτω.
Οι µηχανισµοί της εξάτµισης 
Τη βάση όλου του µηχανισµού του υδρολογικού κύκλου του ύδατος αποτελεί η διαδικασία της εξάτµισης. Σαν εξάτµιση ορίζεται η φυσική εκείνη διεργασία κατά την οποία το νερό µετατρέπεται σε υδρατµούς. Η εξάτµιση του νερού και η είσοδος του στην ατµόσφαιρα, που παρουσιάζει πολύ µεγάλο κλιµατολογικό ενδιαφέρον, γίνεται από τις υδάτινες επιφάνειες, δηλαδή τους ωκεανούς, τις λίµνες, τα ποτάµια και τις διάφορες υδροσυλλογές, καθώς και από το υγρό έδαφος ή τη βλάστηση. Για να λάβει χώρα εξάτµιση απαιτείται:
α) Να υπάρχει διαθέσιµο νερό. Το 88% του εξατµιζόµενου νερού προέρχεται από τους ωκεανούς και µάλιστα από τη ζώνη 60°Β έως 60°Ν γεωγραφικού πλάτους.
β) Να υπάρχει διαθέσιµη ενέργεια. Οι µεγαλύτεροι ρυθµοί εξάτµισης εµφανίζονται εκεί που υπάρχει άφθονη ενέργεια (τροπικοί ωκεανοί), δηλαδή τελικά, εκεί όπου η θερµοκρασία της εξατµίζουσας επιφάνειας είναι υψηλή.
γ) Ο ατµοσφαιρικός αέρας να είναι ακόρεστος. ∆ηλαδή να υφίσταται κατακόρυφη υγροβαθµίδα.
 δ) Ο άνεµος. Η παρουσία του ανέµου δεν είναι τόσο απαραίτητη, αυτός άµεσα δεν αποτελεί παράγοντα εξάτµισης, αλλά µε την πνοή του αποµακρύνει τους υδρατµούς που σχηµατίζονται επάνω από την υδάτινη επιφάνεια , και µε τον τρόπο αυτό, επιτρέπει να διατηρούνται µεγάλοι ρυθµοί εξάτµισης.
 ε) Από τη θερµοκρασία του ατµοσφαιρικού αέρα. Όσο ψηλότερη είναι αυτή όσο µεγαλύτερη ικανότητα κατακράτησης των υδρατµών παρουσιάζει. Η εξάτµιση από µια επιφάνεια είναι τόσο µεγαλύτερη όσο µεγαλύτερη είναι η διαφορά του παράγοντα εξάτµισης (es- ea) ανάµεσα στην µέγιστη τάση των ατµών της εξατµίζουσας επιφάνειας (es) και στη µερική τάση των ατµών του αέρα (ea). Εποµένως η αύξηση της θερµοκρασίας του νερού δικαιολογεί την αύξηση του ρυθµού της εξάτµισης. Οµοίως όταν η θερµοκρασία του νερού είναι µεγαλύτερη από εκείνη του ατµοσφαιρικού αέρα τότε ευνοείται σηµαντικά η εξάτµιση. Πέρα από τις υδάτινες επιφάνειες, µεγάλες ποσότητες νερού εξατµίζονται από το έδαφος, όταν αυτό είναι υγρό, καθώς και από τα φυτά, µέσα από τους µηχανισµούς της διαπνοής αυτών που γίνεται από τους πόρους (στόµατα) των φύλλων. Ο ρυθµός της διαπνοής εξαρτάται από τη διαθέσιµη ενέργεια και από το διαθέσιµο νερό. Η διαπνοή αυτή καθαυτή αποτελεί τη διαδικασία ψύξης των φυτών. Τα δε ποσά που διαπνέονται από τα φυτά είναι πολύ σηµαντικά. Για παράδειγµα ένα στρέµµα φυτείας καλαµποκιού διαπνέει 4.500 λίτρα νερού ηµερησίως. Η ταυτόχρονη µεταφορά υδρατµών στην ατµόσφαιρα µε τις διαδικασίες της εξάτµισης του νερού και της διαπνοής των φυτών ονοµάζεται εξατµοδιαπνοή και αποτελεί πολύ σηµαντικό στοιχείο για την εφαρµοσµένη κλιµατολογία, καθώς και για την ταξινόµηση των κλιµάτων.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η γη είναι ο µόνος πλανήτης του ηλιακού συστήµατος, όπου το νερό παρουσιάζεται και µε τις τρεις φάσεις του, µε κυρίαρχη φυσικά την υγρή φάση. Η αέρια κατάσταση είναι αόρατη, όπως και ο αέρας, και συνήθως αναµειγνύεται πολύ καλά µε αυτόν. Η υγρή φάση του νερού εµφανίζεται στην ατµόσφαιρα µε τη µορφή της βροχής και της οµίχλης, ενώ τέλος η στερεή χαρακτηρίζεται από το χιόνι, το χαλάζι και πάγο. Και οι τρεις αυτές φάσεις συναντώνται σε όλα τα σηµεία της ατµόσφαιρας της γης, µε εξαίρεση την περιοχή της Ανταρκτικής όπου απουσιάζει η υγρή φάση και τα χαµηλά υψόµετρα των τροπικών, όπου απουσιάζει η στερεή. Κατά τη µετάβαση από τη µία φάση στην άλλη, το νερό είτε προσλαµβάνει είτε αποδεσµεύει ενέργεια στην ατµόσφαιρα. Αυτού του είδους η ενέργεια ονοµάζεται λανθάνουσα θερµότητα και εµφανίζεται στις παρακάτω τυπικές βασικές µορφές:
1). Λανθάνουσα θερµότητα συµπύκνωσης. Αφορά στη θερµότητα που προστίθεται στον αέρα όταν οι υδρατµοί µετατρέπονται σε υγρό. Αυτά ανέρχεται στις 600 cal/gr ή στα 2500 Joules/gr ύδατος στην ίδια θερµοκρασία.
 2). Λανθάνουσα θερµότητα εξαέρωσης. Αναφέρεται στη θερµότητα που χάνει ο αέρας όταν νερό µετατρέπεται σε υδρατµούς. Αυτή είναι γνωστή και σαν λανθάνουσα θερµότητα ατµοποίησης και ισούται µε -600 cal/gr ή -2500 Joules/gr ύδατος.
 3). Λανθάνουσα θερµότητα εξάχνωσης. Είναι η θερµότητα που κερδίζεται η χάνεται από έναν όγκο αέρα όταν ο πάγος µετατρέπεται σε υδρατµούς ή το αντίστροφο. Αυτή ισούται µε ±680 cal/gr ή ±2833 Joules/gr ύδατος.
 4) Λανθάνουσα θερµότητα τήξης ή πήξης. Αναφέρεται στην απώλεια θερµότητας από τον αέρα όταν ο πάγος µετατρέπεται σε νερό της ίδιας θερµοκρασίας ή αντίθετα. Αυτή ισούται µε ±80 cal/gr ή ±333 Joules/gr ύδατος
 Η παρουσία των υδρατµών µέσα στην ατµόσφαιρα συντελεί καθοριστικά στη διαµόρφωση του καιρού και του κλίµατος ενός τόπου, µέσα από τις παρακάτω διεργασίες:
 (1) Με τις διαδικασίες της εξάτµισης που λαµβάνει χώρα στις υδάτινες επιφάνειες και της διαπνοής των φυτών, τεράστια ποσά υδρατµών αλλά και ενέργειας µε τις µορφές της λανθάνουσας θερµότητας µεταφέρονται µέσα στην ατµόσφαιρα, µε αποτέλεσµα να δηµιουργείται ένας τεράστιος µηχανισµός ανταλλαγών ενέργειας και µάζας µεταξύ γης - ατµόσφαιρας, ο οποίος τελικά οδηγεί στην ανακατανοµή της υγρασίας και θερµότητας από µια περιοχή σε άλλη. Αυτό επιτυγχάνεται µέσα από τους µηχανισµούς της ψύξης  και της συµπύκνωσης, που τελικά οδηγούν στη δηµιουργία των βροχοπτώσεων και στην απελευθέρωση της θερµότητας των υδρατµών.
 (2) Οι υδρατµοί και τα νέφη που δηµιουργούνται ελέγχουν άµεσα ή έµµεσα το ενεργειακό ισοζύγιο της γης µέσα από τους µηχανισµούς της ανάκλασης, της απορρόφησης και της επανεκποµπής της ηλιακής και της γήινης ακτινοβολίας. Από τα παραπάνω φαίνεται ότι οι υδρατµοί αποτελούν σπουδαίο δυναµικό χαρακτηριστικό της ατµόσφαιρας γιατί µέσα στα θερµοκρασιακό καθεστώς που παρουσιάζεται στη γη, αυτοί µπορούν πολύ εύκολα να µεταπηδούν από τη µια φάση στην άλλη µε ταυτόχρονη δέσµευση ή αποδέσµευση τεράστιων ποσοτήτων θερµότητας
Οι µεταβολές των φάσεων του νερού και οι ενεργειακές ανταλλαγές. Επειδή δε οι ποσότητες του ύδατος που εξατµίζονται από την επιφάνεια της γης ανέρχονται ετήσια σε δισεκατοµµύρια τόνους τα ποσά της λανθάνουσας θερµότητας που δεσµεύονται στη διαδικασία αυτή είναι τεράστια. Μια εικόνα αυτής της ενεργειακής δύναµης µπορεί να πάρει κανείς, αν παρακολουθήσει τη γένεση και τη δράση των θερινών καταιγίδων, π.χ. στο βορειοελλαδικό χώρο ή ενός τροπικού κυκλώνα. Στην τελευταία περίπτωση τεράστιες ποσότητες υδρατµών αντλούνται από τη θερµή θάλασσα, που στη συνέχεια µεταφέρονται ψηλότερα, ψύχονται, συµπυκνώνονται και αποδεσµεύουν την λανθάνουσα θερµότητα συµπύκνωσης, η οποία και καθοδηγεί τελικά τον κυκλώνα µε τροµακτική καταστρεπτική δύναµη επάνω από τις περιοχές δράσης.
 Οι υγροµετρικές παράµετροι Η υγρασία (ποσότητα των υδρατµών) η οποία περιέχεται στην ατµόσφαιρα πρέπει οπωσδήποτε να εκφραστεί ποσοτικά. Αυτό το πράγµα φυσικά είναι αρκετά δύσκολο, αφού επιχειρείται να γίνει χειροπιαστό ένα µέγεθος το οποίο στην πράξη είναι αόρατο. Υπάρχουν δύο οµάδες υγροµετρικών παραµέτρων, η πρώτη από αυτές καθορίζεται µόνο από την ποσότητα των υδρατµών στην ατµόσφαιρα και χαρακτηρίζει τα απόλυτα υγροµετρικά µεγέθη αυτής, ενώ η δεύτερη, σχετίζει τους υδρατµούς µε τη θερµοκρασία του ατµοσφαιρικού αέρα και χαρακτηρίζει τα σχετικά µεγέθη της ατµοσφαιρικής υγρασίας. Στο χώρο των ατµοσφαιρικών επιστηµών η εκτίµηση της ατµοσφαιρικής υγρασίας γίνεται υπολογιστικά µε διάφορες τεχνικές, µε σχέσεις και µε ειδικούς πίνακες που έχουν συνταχθεί για τους σκοπούς αυτούς, αφού βέβαια έχουν µετρηθεί τα βασικά µεγέθη της θερµοκρασίας του αέρα και της αντίστοιχης παραµέτρου που είναι γνωστή ως θερµοκρασία του υγρού θερµοµέτρου. Το µέγεθος αυτό προσδιορίζεται µε τη βοήθεια του υγρού θερµοµέτρου, το οποίο είναι τοποθετηµένο στον µετεωρολογικό κλωβό και δείχνει τη χαµηλότερη θερµοκρασία στην οποία µπορεί να ψυχθεί ένα δείγµα ατµοσφαιρικού αέρα µε τη διεργασία της εξάτµισης, που λαµβάνει χώρα µέσα σε αυτόν, σε συνθήκες σταθερής πίεσης και µε δαπάνη ενέργειας από το ίδιο το δείγµα. Η θερµοκρασία του υγρού θερµοµέτρου είναι µικρότερη από τη θερµοκρασία του αέρα και σε συνδυασµό µε αυτήν χρησιµοποιείται για τον προσδιορισµό των διαφόρων υγροµετρικών παραµέτρων.
Η πραγµατική τάση των ατµών Τα αέρια της ατµόσφαιρας συµµετέχουν στη διαµόρφωση της ατµοσφαιρικής επιφανειακής πίεσης και το καθένα από αυτά ασκεί κάποια επιµέρους πίεση, η οποία είναι γνωστή σαν µερική πίεση των αερίων. Έτσι το πλέον άφθονο Άζωτο ασκεί στη στάθµη 66 της θάλασσας µερική πίεση η οποία φθάνει τα 750 hPa, το Οξυγόνο 230 hPa και οι υδρατµοί οι οποίοι παρουσιάζουν µεταβλητές συγκεντρώσεις δίνουν µερικές πιέσεις από 4 µέχρι και 32 hPa. Η µερική αυτή πίεση των υδρατµών ονοµάζεται πραγµατική τάση των ατµών, συµβολίζεται διεθνώς µε το e και µετρείται σε hPa ή σε mmHg. Το µέγεθος αυτό µεταβάλλεται µόνο όταν µεταβληθεί η συγκέντρωση των υδρατµών στην ατµόσφαιρα, γι’ αυτό και αποτελεί απόλυτο µέγεθος εκτίµησης των υδρατµών. Αν υπάρχει αφθονία υδρατµών που να τροφοδοτούν την ατµόσφαιρα, τότε σε κάθε τιµή της θερµοκρασίας του αέρα αντιστοιχεί και µια µέγιστη ποσότητα υδρατµών, που µπορεί να συγκρατηθεί στην αέρια φάση. Η ποσότητα αυτή ονοµάζεται µέγιστη τάση ή τάση των κορεσµένων ατµών (es) και καθορίζει τη µέγιστη πίεση που µπορούν να ασκήσουν οι υδρατµοί στη συγκεκριµένη θερµοκρασία. Η παράµετρος αυτή αποτελεί σχετικό µέγεθος, αφού καθορίζεται και από τη θερµοκρασία του αέρα.
 Η απόλυτη υγρασία του αέρα (ρ) Η απόλυτη υγρασία εκφράζει την ποσότητα των υδρατµών που περιέχονται σε ορισµένο όγκο αέρα, συνήθως αυτή δίδεται σε γραµµάρια υδρατµών σε ένα κυβικό µέτρο αέρα (gr/m3 ). Η απόλυτη εργασία εκφράζεται πρακτικά σχεδόν µε τον ίδιο αριθµό µε την τάση των ατµών, όταν η τελευταία δίνεται σε µονάδες mmHg. Η ακριβής εκτίµηση γίνεται µε την παρακάτω σχέση η οποία και συνδέει τα δύο αυτά µεγέθη: ρ = (1.06 e)/ (1 +0.0037 t) , όπου t = η θερµοκρασία του αέρα και το e σε mmHg. Σε κάθε τιµή της θερµοκρασίας του αέρα αντιστοιχεί και µια µέγιστη ποσότητα υδρατµών που µπορούν να συγκρατηθούν από αυτόν, η συνθήκη αυτή εκφράζεται µε τη µέγιστη απόλυτη υγρασία (ρs).
Όσο υψηλότερη η θερµοκρασία τόσο µεγαλύτερες και οι ποσότητες των υδρατµών που µπορούν να δεσµευθούν. 67 0 5 10 15 20 25 30 35 40 45 -10 -5 0 5 10 15 20 25 30 35
Σχέσεις θερµοκρασίας και µέγιστης απόλυτης υγρασίας του αέρα.
 Η ειδική υγρασία (q) Αυτό το µέγεθος εκφράζει το λόγο της µάζας των υδρατµών που περιέχεται σε ένα δείγµα υγρού αέρα προς την ολική µάζα του δείγµατος. Η ειδική υγρασία συνδέεται µε την τάση των υδρατµών µε τη σχέση: q = 0.622 e /(p-0.378e), όπου p = η ατµοσφαιρική πίεση και e η τάση των ατµών σε mmHg. III.3.4. Η θερµοκρασία του σηµείου δρόσου Το µέγεθος αυτό είναι µια παράµετρος µε την ευρύτερη χρήση στη Μετεωρολογία, και δίδει την καλύτερη εκτίµηση του ποσού των υδρατµών που πράγµατι περιέχει ο ατµοσφαιρικός αέρας. Η θερµοκρασία του σηµείου δρόσου εκφράζει την τιµή εκείνη της θερµοκρασίας στην οποία θα παρουσιαστεί συµπύκνωση των υδρατµών όταν η ατµόσφαιρα θα αρχίσει να ψύχεται κάτω από σταθερή πίεση. Το σηµείο δρόσου εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την περιεκτικότητα της ατµόσφαιρας σε υδρατµούς. Μια ξηρή ατµόσφαιρα σε µια δοσµένη θερµοκρασία θα έχει πολύ µικρότερη τιµή της θερµοκρασίας του σηµείου δρόσου σε σχέση µε µια υγρή ατµόσφαιρα. Το σηµείο δρόσου µπορεί να λάβει µεγαλύτερες τιµές σε θερµές εποχές ή θερµές περιοχές παρά σε ψυχρές, γιατί η 68 θερµότερη αέρια µάζα επιτρέπει την συγκράτηση περισσότερων υδρατµών στη µονάδα του όγκου του αέρα. Αυτό ακόµη αποτελεί το µέτρο της απόλυτης περιεκτικότητας των υδρατµών στον αέρα, αφού όσο υψηλότερη είναι η θερµοκρασία του σηµείου δρόσου, τόσο περισσότεροι υδρατµοί υπάρχουν στην ατµόσφαιρα, και χρησιµοποιείται για να εκφράσει τη φύση της αέριας µάζας η οποία κυριαρχεί σε µια περιοχή. Στην πρόγνωση του καιρού αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο για την προσδιορισµό του ποσού της βροχόπτωσης, ή του αισθήµατος δυσφορίας.
 Η σχετική υγρασία εκφράζεται σε εκατοστιαία αναλογία και υπολογίζεται µε διάφορους τρόπους. Ένας τρόπος είναι να διαιρέσει κανείς τις σχετικές τιµές µε τις απόλυτες τιµές της ίδιας παραµέτρου, φυσικά στην ίδια θερµοκρασία,, πολλαπλασιάζοντας µε την τιµή 100 (RH = 100 e/es).
το µέγιστο της σχετικής υγρασίας σηµειώνεται κατά τις πρωινές ώρες και το ελάχιστο κατά τις µεταµεσηµβρινές. Η ερµηνεία αυτής της πορείας είναι απλή και µπορεί να δοθεί µέσα από τη σχέση που συνδέει τη µέγιστη απόλυτη τιµή της υγρασίας µε την κάθε τιµή της θερµοκρασίας του αέρα
Σε ετήσια βάση η σχετική υγρασία ακολουθεί απλή κύµανση η οποία είναι διαφορετική στην ξηρά και διαφορετική στη θάλασσα. Έτσι επάνω από τη χέρσο οι µέγιστες τιµές της σχετικής υγρασίας σηµειώνονται το χειµώνα και οι ελάχιστες το θέρος. Στη θάλασσα συµβαίνει ακριβώς το αντίθετο, αλλά µε µικρότερες διαφορές µεταξύ χειµώνα και θέρους.
Συµπυκνώσεις των υδρατµών Από τη συνολική ποσότητα του πλανητικού ύδατος µόνο ένα πολύ µικρό ποσοστό που φθάνει µόλις το 0.5% είναι διαθέσιµο για τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη. Η πολύ µικρή αυτή σχετικά ποσότητα του νερού ανακυκλώνεται συνέχεια µεταξύ των ωκεανών, της χέρσου και της ατµόσφαιρας
µετά την εξάτµιση, που περιγράφηκε παραπάνω, ο επόµενος βασικός µηχανισµός του υδρολογικού κύκλου είναι η συµπύκνωση των υδρατµών, δηλαδή η µετατροπή της αέριας φάσης σε υγρή, µε ταυτόχρονη αποδέσµευση θερµότητας (600 cal/gr). Για να εµφανιστεί συµπύκνωση θα πρέπει ο ατµοσφαιρικός αέρας να αρχίσει να ψύχεται , να υπάρχουν στην ατµόσφαιρα πυρήνες συµπύκνωσης, δηλαδή υγροσκοπικά σωµατίδια επάνω στα οποία θα συµπυκνωθούν οι υδρατµοί, και ο αέρας να βρίσκεται πολύ κοντά στο σηµείο κορεσµού, δηλαδή να αποκτήσει σχετική υγρασία σχεδόν ίση µε το 100%. Στο σηµείο αυτό θα εκδηλωθεί συµπύκνωση η οποία θα συνοδεύεται από την εµφάνιση νεφών, όπου το νερό δεν είναι πλέον στην αέρια, αλλά στην υγρή φάση µε τη µορφή µικρών σταγόνων ή την στερεή, µε τη µορφή παγοκρυσταλλίων που αιωρούνται µέσα στην ατµόσφαιρα. Οι µηχανισµοί που θα προκαλέσουν την ψύξη του ατµοσφαιρικού αέρα είναι οι ακόλουθοι: 1). Η ψύξη επαφής . ∆ηλαδή όταν ο θερµός αέρας έρχεται σε επαφή µε ψυχρή επιφάνεια. 70 2). Ψύξη εξαιτίας της διαστολής του αέρα. Αυτή προκαλείται µε την ανύψωση του αέρα και είναι γνωστή σαν αδιαβατική ψύξη.
Οι µηχανισµοί οι οποίοι προκαλούν την αδιαβατική ψύξη µπορούν να συνοψιστούν στους εξής: α) Ορεογραφική ανύψωση. Στην περίπτωση αυτή ο αέρας εξαναγκάζεται να υπερπηδήσει τις οροσειρές που παρεµβάλλονται στη διαδροµή του. Η διαδικασία αυτή οδηγεί στη διαστολή και στην ψύξη του αέρα καθώς αυτός ανυψώνεται. β) Θερµική ανύψωση. Η θέρµανση του αέρα που βρίσκεται σε επαφή µε µια θερµή εδαφική επιφάνεια οδηγεί στη µεταβολή της πυκνότητας αυτού και στη θερµική του ανύψωση. Καθώς ο αέρας ανυψώνεται διαστέλλεται και ψύχεται. γ) Μετωπική ανύψωση. Αυτή πραγµατοποιείται κατά µήκος των µετώπων κακοκαιρίας, που σχηµατίζονται όταν συναντηθούν δύο αέριες µάζες µε διαφορετικά θερµοκρασιακά χαρακτηριστικά. Ο αναρριχόµενος θερµός αέρας διαστέλλεται και ψύχεται. δ) Ανύψωση σύγκλισης. Όταν ο αέρας συγκλίνει προς µια περιοχή χαµηλής πίεσης τότε παρατηρείται ανύψωση αυτού στην περιοχή της σύγκλισης. Η δράση των µηχανισµών αυτών οδηγεί στη συµπύκνωση των υδρατµών του ατµοσφαιρικού αέρα, δηµιουργώντας τελικά προϊόντα συµπύκνωσης, που ανάλογα µε την έκταση τους χαρακτηρίζονται σαν προϊόντα µικρής ή µεγάλης κλίµακας.
Συµπυκνώσεις µικρής κλίµακας Κοντά στην επιφάνεια της γης, µέσα στο επιφανειακό ατµοσφαιρικό στρώµα, συµβαίνει µια σειρά από συµπυκνώσεις µικρής χωρικής κλίµακας, οι οποίες οδηγούν στο σχηµατισµό δρόσου, πάχνης και οµίχλης. Ο τρόπος σχηµατισµού αυτών είναι ο ακόλουθος: Ι
1. Η ∆ρόσος. Η δρόσος σχηµατίζεται κατά τις νύχτες εκείνες της άνοιξης ή του χειµώνα, κατά τις οποίες οι επικρατούσες ατµοσφαιρικές συνθήκες διατηρούν ανέφελους ουρανούς. Με τέτοιες συνθήκες το έδαφος ακτινοβολεί πολύ έντονα και χάνει µεγάλα ποσά θερµότητας, ψυχόµενο συνεχώς. Ο ατµοσφαιρικός αέρας, που βρίσκεται σε επαφή µε το έδαφος, ψύχεται και αυτός, λόγω επαφής, και πλησιάζει τη θερµοκρασία του σηµείου δρόσου, η οποία στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να διατηρείται θετική (> 0° C). Ακόµη σηµαντικό 71 είναι να επικρατεί άπνοια στην περιοχή, ή αν πνέουν άνεµοι, η ταχύτητα τους, που µετρείται σε ύψος 2 µέτρων από το έδαφος, να είναι µικρότερη των 10 km/h. Η δρόσος σχηµατίζεται κυρίως στα φύλλα των φυτών και της χλόης, σε επιφάνειες που παρουσιάζουν µεγάλη θερµική αγωγιµότητα και γενικά σε κάθε επιφάνεια που παρουσιάζει αιχµηρό χαρακτήρα, γιατί στα σηµεία αυτά η απώλεια θερµότητας είναι πιο έντονη. Η δρόσος αποτελεί µια ασθενή απόθεση ύδατος , η οποία είναι χρήσιµη για τα φυτά στα ξηρά κλίµατα.
Η πάχνη Η πάχνη σχηµατίζεται µε τις ίδιες συνθήκες µε τις οποίες σχηµατίζεται και η δρόσος, µε τη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή η θερµοκρασία του σηµείου δρόσου είναι αρνητική (<0° C). Κατά τη συµπύκνωση των υδρατµών του αέρα, αυτοί παίρνουν κατευθείαν τη στερεά µορφή και σχηµατίζουν ένα λευκό πυκνό πέπλο, που καλύπτει τα φυτά και πολλές φορές και τα δέντρα.
 Οι οµίχλες Οι οµίχλες σχηµατίζονται κοντά στο έδαφος όταν οι υδρατµοί συµπυκνώνονται σε µικροσκοπικά υδροσταγονίδια τα οποία αιωρούνται στην ατµόσφαιρα. Είναι πολύ σωστό να περιγράφεται η οµίχλη σαν ένα σύννεφο που εφάπτεται του εδάφους. Η οµίχλη συνδέεται µε καλό και ήπιο καιρό, αλλά η µείωση της ορατότητας που προκαλεί αποτελεί αρνητικό στοιχείο στις αεροπορικές, θαλάσσιες και επίγειες συγκοινωνίες, αφού για παράδειγµα τα αεροδρόµια µπορεί να παραµείνουν κλειστά για µικρό ή µεγάλο διάστηµα. Οµοίως προβλήµατα προκαλούν ακόµη και στις οδικές και ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες µε σωρεία ατυχηµάτων, ιδιαίτερα στους αυτοκινητόδροµους ταχείας κυκλοφορίας της µεσευρώπης, όπου τα ατυχήµατα είναι συχνά. Στη γεωργία, αντίθετα, η δράση τους είναι θετική γιατί µε το σχηµατισµό τους αποτρέπουν τις επικίνδυνες πάχνες του φθινοπώρου και της άνοιξης, στα µέσα γεωγραφικά πλάτη, οι οποίες θα προκαλούσαν ζηµιές στις καλλιέργειες. Πολλές διαφορετικές διεργασίες µπορούν να οδηγήσουν στο σχηµατισµό οµίχλης, αλλά το κύριο κριτήριο για το σχηµατισµό οµίχλης είναι ο κορεσµένος αέρας.
 Οι δύο τρόποι που ο αέρας µπορεί να κορεστεί είναι η ψύξη του αέρα µέχρι τη θερµοκρασία του σηµείου δρόσου, ή η εξάτµιση νερού µέσα στον αέρα, που θα αυξήσει την περιεκτικότητα αυτού σε υδρατµούς. ∆ηλαδή ο σχηµατισµός των οµιχλών γίνεται είτε µέσα από τις διαδικασίες της εξάτµισης είτε µέσα από µηχανισµούς ψύξης και ανάλογα µε τον τρόπο σχηµατισµού τους διακρίνονται και σε διάφορους τύπους, η περιγραφή των οποίων και θα ακολουθήσει: Ι
 Οµίχλη ακτινοβολίας ή οµίχλη εδάφους Είναι ένας από τους κοινότερους τύπους οµίχλης. ∆ηµιουργείται κατά τις νύχτες της ψυχρής περιόδου του έτους, όταν ο ουρανός είναι ανέφελος ή έχει ελάχιστα σύννεφα και ο άνεµος είναι ασθενής. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, το ισοζύγιο της ακτινοβολίας στην επιφάνεια του εδάφους ελέγχεται από την εξερχόµενη γήινη ακτινοβολία µεγάλου µήκους (υπέρυθρη). Η απουσία των νεφών επιτρέπει µεγάλα ποσά της γήινης ακτινοβολίας να διαφεύγουν στο διάστηµα. Καθώς η επιφάνεια του εδάφους χάνει ενέργεια ψύχεται. Ο αέρας που βρίσκεται σε επαφή µε την επιφάνεια ψύχεται και αυτός αφήνοντας κάπως θερµότερο τον αέρα που βρίσκεται λίγο ψηλότερα. Ψυχόµενος ο επιφανειακός αέρας αποκτά θερµοκρασίες ίσες µε αυτές του σηµείου δρόσου και αρχίζει η συµπύκνωση των υδρατµών. Πολύ σύντοµα ένα επιφανειακό σύννεφο αρχίζει να σχηµατίζεται. Η δοµή της οµίχλης σχετίζεται µε τη φύση του υποκείµενου εδάφους. Η µαύρη επιφάνεια της ασφάλτου απορροφά σηµαντικά ποσά ενέργειας κατά την ηµέρα και θερµαίνει κάπως τον αέρα µε τον οποίο έρχεται σε επαφή κατά τη νύχτα. Αυτή η θέρµανση ανυψώνει το στρώµα της οµίχλης και το διαλύει ευκολότερα. Η χλόη, επειδή διατηρείται ψυχρότερη από ένα γειτονικό στρώµα ασφάλτου, θα δηµιουργεί ένα πιο ρηχό αλλά πιο πυκνό στρώµα οµίχλης σε επαφή µε το έδαφος. Συνήθως οι οµίχλες αυτού του είδους συνοδεύονται από αναστροφή της θερµοκρασίας. Οι κλειστές πεδιάδες και οι κοιλάδες είναι οι τόποι όπου συχνότερα εµφανίζονται οµίχλες ακτινοβολίας, γιατί στις θέσεις αυτές ευνοούνται οι ανάστροφες της θερµοκρασίας. Οι οµίχλες αυτής της κατηγορίας έχουν µικρό συνήθως πάχος και εξαφανίζονται κατά τη διάρκεια της ηµέρας εξαιτίας της ηλιακής θέρµανσης. Στις µεγάλες βιοµηχανικές πόλεις οι οµίχλες ακτινοβολίας είναι συχνότερες γιατί εκεί αποδεσµεύονται στην 73 ατµόσφαιρα σηµαντικές ποσότητες υγροσκοπικών σωµατιδίων, σαν προϊόντα καύσεων, που διευκολύνουν τη συµπύκνωση των υδρατµών.
Οµίχλες οριζόντιας µεταφοράς Οι οµίχλες οριζόντιας µεταφοράς σχηµατίζονται όταν θερµός και υγρός αέρας µεταφέρεται οριζόντια επάνω από ψυχρές επιφάνειες. Η πυκνότερη οµίχλη µεταφοράς σχηµατίζεται κυρίως κατά τις νύχτες µε ασθενείς ανέµους. Συνήθως, η οµίχλη αυτή διαλύεται την ηµέρα, αλλά µπορεί να διατηρηθεί αρκετές ηµέρες αν είναι τόσο πυκνή που να αποκόπτει τις ηλιακές ακτίνες. Ο τύπος αυτός της οµίχλης είναι κοινός κατά το χειµώνα και νωρίς την άνοιξη. Επίσης οι οµίχλες αυτού του τύπου είναι κοινές στις περιοχές όπου δρουν ψυχρά θαλάσσια ρεύµατα. Με τη διαδικασία της µεταφοράς σχηµατίζονται στις ακτές της Μακεδονίας και της Θράκης οµίχλες αυτού του είδους, οι οποίες οφείλονται στη µεταφορά υγρών και θερµών νότιων αέριων µαζών από το Αιγαίο, προς τις βόρειες ακτές αυτού. Αυτές συνήθως είναι οι οµίχλες που αναστέλλουν για ηµέρες τις πτήσεις στο αεροδρόµιο Μακεδονία. Οι νότιοι άνεµοι εµφανίζονται, συνήθως, µετά το πέρας µιας ψυχρής εισβολής, η οποία έχει ψύξει σηµαντικά την επιφάνεια του εδάφους. Καθώς ο υγρός και θερµός αέρας κινείται επάνω από το ψυχρό ή χιονοσκεπές έδαφος, σχηµατίζεται πολύ πυκνή οµίχλη, αφού υφίσταται σηµαντική ψύξη από την υποκείµενη επιφάνεια. Με ασθενείς ανέµους η οµίχλη κοντά στο έδαφος µπορεί να γίνει τόσο πυκνή, που να καταστήσει την ορατότητα µηδενική .
Οι οµίχλες της βροχής Αυτό το είδος της οµίχλης σχηµατίζεται συχνά κάτω από βροχοφόρα σύννεφα, καθώς η βροχή διασχίζει τον ξηρότερο αέρα που βρίσκεται χαµηλότερα από το σύννεφο. Οι υγρές σταγόνες και οι παγοκρύσταλλοι εξατµίζονται ή εξαχνώνονται σχηµατίζοντας υδρατµούς. Οι υδρατµοί αυξάνουν την υγρασία του αέρα και τη θερµοκρασία του σηµείου δρόσου, ενώ ταυτόχρονα ψύχεται και ο αέρας εξαιτίας της λανθάνουσας θερµότητας που απαιτείται για να µετατραπούν οι σταγόνες και ο πάγος σε υδρατµούς. Αυτή η διεργασία συχνά προκαλεί κορεσµό του αέρα που βρίσκεται κάτω από τα νέφη και επιτρέπει το σχηµατισµό οµίχλης. Η οµίχλη αυτή εξαφανίζεται όταν παύσει η βροχόπτωση.
 Η ίδια διαδικασία εκδηλώνεται και στα µετωπικά συστήµατα κακοκαιρίας (µετωπικές οµίχλες), όπου η θερµή αέρα µάζα µέσα στην οποία εµφανίζονται οι νεφικοί σχηµατισµοί, υπέρκειται της ψυχρής. Οι βροχοσταγόνες κατά την κίνηση τους προς τη γη διέρχονται µέσα από την ψυχρή αέρια µάζα όπου και υφίστανται µερική εξάτµιση. Η επιπρόσθετη ψύξη που προκαλείται από τη διαδικασία της εξάτµισης, οδηγεί σε κορεσµό και εποµένως σε σχηµατισµό οµίχλης, η οποία και αναπτύσσεται σε µεγάλο πάχος.
 Οµίχλη αρκτικού καπνού Οι οµίχλες αυτές σχηµατίζονται κυρίως στα µεγάλα γεωγραφικά πλάτη, όταν πολύ ψυχρός αέρας κινηθεί επάνω από θερµές θάλασσες. Τότε προκαλείται έντονη εξάτµιση που οδηγεί στον κορεσµό και στο σχηµατισµό οµίχλης. Επίσης, το φθινόπωρο, µια ατµίζουσα διαδικασία παρατηρείται στις λίµνες και τα ποτάµια όταν ψυχρός αέρας πνέει επάνω από αυτά. Αυτός ο ατµός είναι πραγµατική οµίχλη, που συνήθως καλείται θαλάσσιος ή αρκτικός καπνός. Μια αντίστοιχη περίπτωση αρκτικού καπνού έχει καταγραφεί και στο Θερµαϊκό κόλπο, από πλοίο του Στ΄ Αµερικανικού Στόλου.
 Η οµίχλη κλιτύος (πλαγιάς) Αυτός ο τύπος της οµίχλης είναι πολύ κοινός σε λόφους ή βουνά. Η οµίχλη κλιτύος σχηµατίζεται όταν ο αέρας ανέρχεται στην πλαγιά ενός λόφου ή βουνού. Ο αέρας ψύχεται καθώς ανυψώνεται µέχρι το σηµείο δρόσου και οι υδρατµοί µετατρέπονται σε οµίχλη. Εάν οι άνεµοι είναι αρκετά ισχυροί και η υγρασία του αέρα ικανοποιητική, µπορεί µαζί µε την οµίχλη να εκδηλωθεί και βροχή. Η οµίχλη κλιτύος διαρκεί συνήθως µέχρι τη στιγµή που ο αέρας θα αλλάξει διεύθυνση. Αυτό µπορεί να συµβεί µέσα σε λίγες ώρες ή µπορεί να διαρκέσει µια ολόκληρη ηµέρα ή και περισσότερο.
Η οµίχλη κοιλάδας Αυτή η πολύ πυκνή οµίχλη σχηµατίζεται στις ορεινές κοιλάδες κατά τη διάρκεια του χειµώνα, και µπορεί να έχει ένα πάχος που να υπερβαίνει τα 500 µέτρα. Συχνά ο χειµερινός ήλιος δεν είναι σε θέση να διαλύσει την οµίχλη κατά τη διάρκεια της ηµέρας. Όταν ο αέρας ψύχεται και πάλι κατά την επερχόµενη νύχτα, η οµίχλη γίνεται ακόµη πυκνότερη, καθιστώντας έτσι αδύνατη τη διάλυση της από τον ήλιο 75 της επόµενης ηµέρας. Οι οµίχλες αυτές µπορούν να διατηρηθούν για αρκετές ηµέρες µέχρι να εµφανιστούν ισχυροί άνεµοι που θα αποµακρύνουν τον υγρό αέρα από την κοιλάδα.
 Συµπυκνώσεις µεγάλης κλίµακας Πέρα από τις συµπυκνώσεις µικρής κλίµακας, που περιγράφηκαν παραπάνω, ουσιαστικότερες για τη διαµόρφωση του καιρού και του κλίµατος , είναι οι συµπυκνώσεις µεγάλης κλίµακας, οι οποίες συµβαίνουν µακριά από την επιφάνεια της γης, µέσα στον τρισδιάστατο ατµοσφαιρικό χώρο, που τελικά οδηγούν στο σχηµατισµό των νεφών. Η διαδικασία σχηµατισµού των νεφών είναι γνωστή από τα εγχειρίδια της Μετεωρολογίας και δεν θα µας απασχολήσει στο παρόν µάθηµα. Τα νέφη δεν είναι τίποτε άλλο παρά ορατά αθροίσµατα υδροσταγονιδίων, παγοκρυσταλλίων ή µίγµα και των δύο. Η δοµή τους εξαρτάται από το ύψος στο οποίο σχηµατίζονται και από τις θερµοκρασίες που επικρατούν στο άµεσο περιβάλλον τους. Για να σχηµατιστούν τα νέφη πρέπει να λειτουργήσουν οι µηχανισµοί που θα οδηγήσουν στην ανύψωση των υδρατµών, στην ψύξη αυτών και στη συµπύκνωση τους επάνω στα υγροσκοπικά σωµατίδια της ατµόσφαιρας, που είναι γνωστά σαν πυρήνες συµπύκνωσης.
Ανάλογα µε τις κρατούσες συνθήκες ευστάθειας ή αστάθειας της ατµόσφαιρας, που θα οδηγήσουν στο σχηµατισµό των νεφών, αυτά µπορούν να χωριστούν σε τέσσερις βασικές οµάδες, µε βάση το ύψος που εµφανίζονται µέσα στην ατµόσφαιρα: (1) Κατώτερα νέφη, που εµφανίζονται στο ατµοσφαιρικό στρώµα ανάµεσα στα 0 και 2000 µέτρα. (2) Μέσα νέφη, µε εµφάνιση στο στρώµα 2000 - 7000 µέτρα και (3) Ανώτερα νέφη, που συναντώνται ψηλότερα από τα 6000 µέτρα. (4) Ακόµη υπάρχει και µια τέταρτη κατηγορία, αυτή των νεφών κατακόρυφης ανάπτυξης, που παρουσιάζουν πολύ µεγάλη κατακόρυφη διάσταση.
Με βάση τη µορφή και το σχήµα τους τα νέφη διακρίνονται σε: 1. στρωµατόµορφα (stratus), δηλαδή έχουν τη µορφή στρώµατος, σε 2. θυσανόµορφα (cirrus), µε τη χαρακτηριστική µορφή των θυσάνων, σε 76 3. σωρειτόµορφα (cumulus), µε µεγαλύτερη κατακόρυφη ανάπτυξη και τέλος σε 4. µελανίες (nµibus), δηλαδή πυκνά, σκούρα νέφη που συνοδεύονται πάντοτε από βροχή. Επειδή τα νέφη βρίσκονται σε συνεχή εξελικτικό µηχανισµό παρουσιάζουν απεριόριστο πλήθος µορφών. Παρόλα αυτά κατέστη δυνατός ο καθορισµός ορισµένου αριθµού χαρακτηριστικών µορφών, στις οποίες µπορούν να καταταγούν τα νέφη που παρατηρούνται σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη. Η διεθνής ταξινόµηση περιλαµβάνει 10 κύριες οµάδες νεφών -τα γένη, που υποδιαιρούνται σε είδη και ποικιλίες. . Η αναγνώριση των υποδιαιρέσεων, οδηγεί σε µεγάλο πλήθος µορφών των νεφών, που υπερβαίνουν τα 100.
 Ονοµατολογία των 10 βασικών οµάδων των νεφών. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ∆ΙΕΘΝΗΣ ΑΝΩΤΕΡΑ 1 Θύσανοι Cirrus (Ci) 2 Θυσανοσωρείτες Cirrocumulus (Cc) 3 Θυσανοστρώµατα Cirrostratus (Cs) ΜΕΣΑ 4 Υψισωρείτες Altocumulus (Ac) 5 Υψιστρώµατα Altostratus (As) ΚΑΤΩΤΕΡΑ 6 Στρωµατοµελανίες Nimbostratus (Ns) 7 Στρωµατοσωρείτες Stratocumulus (Sc) 8 Στρώµατα Stratus (St) ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ 9 Σωρείτες Cumulus (Cu) 10 Σωρειτοµελανίες Cumulonimbus (Cb) ΙΙΙ.4.2.1. Χαρακτηριστικά των βασικών τύπων νεφών.
Τα νέφη stratus Τα στρωµατόµορφα νέφη (stratus) παρουσιάζονται σαν ένα οµοιόµορφο γκριζωπό νέφος, το οποίο καλύπτει συνήθως όλο τον ουρανό. Αυτά σχηµατίζονται όταν πολύ ασθενή ανοδικά αέρια ρεύµατα µετατοπίζουν ένα λεπτό στρώµα αέρα σε τέτοιο ύψος που να παρουσιαστεί συµπύκνωση. Τα νέφη του τύπου αυτού σχηµατίζονται επίσης, όταν ένα στρώµα αέρα ψύχεται από κάτω µέχρι τη θερµοκρασία του σηµείου δρόσου και οι υδρατµοί µετατρέπονται σε νεφοσταγονίδια. Τα νέφη stratus µοιάζουν µε ένα στρώµα οµίχλης, το οποίο ποτέ δεν φτάνει µέχρι το έδαφος. Στην πράξη, οµίχλη η οποία αποµακρύνεται από το έδαφος, σχηµατίζει ένα χαµηλό στρώµα stratus. Σπάνια τα νέφη αυτά δίνουν βροχή , αφού η ανοδική κίνηση είναι πολύ ασθενής για να προκαλέσει βροχόπτωση. Τα νέφη αυτά, όµως, δίνουν πολύ µικρά αιωρούµενα σωµατίδια νερού, που πέφτουν µε βραδύ ρυθµό προς το έδαφος ( βροχή ψεκάδων).
 Νέφη που συνδέονται µε τα stratus 1.
Cirrostratus (Θυσανοστρώµατα): Πρόκειται για πολύ λεπτά νέφη, που παρουσιάζονται µε τη µορφή ενός πέπλου και σχηµατίζονται επάνω από τα 6000 µέτρα. Αυτά είναι τόσο λεπτά που ο ήλιος και η σελήνη να είναι ορατά µέσα από το νέφος. Αυτά πολλές φορές είναι τόσο λεπτά, που η µόνη ένδειξη της παρουσίας τους είναι το φαινόµενο της άλω γύρω από τον ήλιο και τη σελήνη. Οι παγοκρύσταλλοι διαθλούν τις φωτεινές ακτίνες του ήλιου ή της σελήνης, καθώς αυτές διέρχονται µέσα από το νέφος και σχηµατίζουν τη χαρακτηριστική πολύχρωµη άλω. Τα πυκνά cirrostratus δίνουν στον ουρανό µια φωτεινή λευκή εµφάνιση και συχνά αποτελούν προποµπούς για βροχή ή χιόνι κατά τις επόµενες 24 ώρες, ιδιαίτερα αν ακολουθούνται από µέσα νέφη.
2. Altostratus (υψιστρώµατα): Αυτά τα γκριζωπά ή γρι-µπλε νέφη σχηµατίζονται ανάµεσα στα 2000-7000 µέτρα. Τα altostratus καλύπτουν το σύνολο του ουρανού µιας περιοχής που έχει έκταση πολλών εκατοντάδων τετραγωνικών χιλιοµέτρων. Ο ήλιος µπορεί να είναι ορατός µέσα από τα λεπτότερα τµήµατα του νέφους σαν ένας αµυδρός στρογγυλός δίσκος. Τα νέφη αυτά σχηµατίζονται µπροστά από µια διαταραχή η οποία δίδει εκτεταµένη και συνεχή βροχόπτωση. Τα altostratus δεν παρουσιάζουν ανοίγµατα τα οποία θα επέτρεπαν τη διέλευση του ηλιακού φωτός που θα δηµιουργούσε κάποια σκιά στο έδαφος.
 3. Nimbostratus (µελανοστρώµατα): Αυτά τα σκοτεινά γκριζωπά νέφη σχηµατίζονται χαµηλότερα από τα 2000 µέτρα ύψος και σχεδόν πάντοτε συνοδεύονται από ασθενή ή µέτρια βροχόπτωση, η οποία διαρκεί αρκετές ώρες, ή υπερβαίνει και τη µία ηµέρα. Ισχυρές βροχές ή όµβροι δεν συνδέονται ποτέ µε νέφη αυτού του είδους. Ο ήλιος και η σελήνη δεν είναι ορατά µέσα από το νεφικό αυτό στρώµα. Τα νέφη αυτά σχηµατίζονται συνήθως µέσα σε σταθερή ατµόσφαιρα όταν θερµός- υγρός αέρας κινείται επάνω από ψυχρότερο επιφανειακό αέρα, σε µια εκτεταµένη περιοχή. Η ορατότητα είναι συχνά πολύ περιορισµένη κάτω από το νέφος καθώς οµίχλη και ταχέως κινούµενες νεφικές “κουρτίνες” σχηµατίζονται στον ψυχρό άρα κάτω από το νέφος, που διασχίζεται από τη βροχή. Αυτοί οι σχηµατισµοί είναι γνωστοί σαν νέφη stratofractus.
 4. Stratocumulus (στρωµατοσωρείτες): Αυτά τα χαµηλά νέφη, µε µορφή σφαιροειδών ή επιµηκών συµπλεγµάτων, σχηµατίζονται χαµηλότερα από τα 2000 µέτρα και διατάσσονται σε σειρές, ή οµάδες από κυκλικές νεφικές µάζες µεταξύ των οποίων διακρίνεται το µπλε χρώµα του ουρανού. Το χρώµα των sratocumulus κυµαίνεται από λευκό µέχρι σκοτεινό γκρι. Τα ξεχωριστά νεφικά τµήµατα σχηµατίζονται όταν ο αέρας ανυψώνεται, ενώ το γαλάζιο χρώµα του ουρανού µεταξύ των στοιχείων του νέφους δείχνει ότι ο αέρας καθιζάνει στις θέσεις αυτές.
 Τα νέφη cumulus Τα σωρειτόµορφα νέφη (cumulus) σχηµατίζονται καθώς οι υδρατµοί συµπυκνώνονται µέσα σε ανοδικά αέρια ρεύµατα της ατµόσφαιρας. Τα νέφη αυτά συνήθως έχουν επίπεδες βάσεις και εξογκωµένες κορυφές. Τα νέφη cumulus εµφανίζονται το ένα µακριά από το άλλο, µε µεγάλα τµήµατα ανέφελου ουρανού να παρεµβάλλεται µεταξύ τους. Τα περισσότερα από αυτά σχηµατίζονται σε ύψη µικρότερα των 2000 µέτρων και είναι γενικά µικρού πάχους συνδεόµενα από καλό καιρό. Μερικές φορές, όταν η ατµόσφαιρα καθίσταται ασταθής και εµφανίζονται πολύ ισχυρά ανοδικά ρεύµατα, τα cumulus παρουσιάζουν πυργοειδή ανάπτυξη (cumulus congestus). Εάν η ατµόσφαιρα είναι πολύ ασταθής , σχηµατίζονται νέφη έντονης κατακόρυφης ανάπτυξης, οι γνωστοί σωρειτοµελανίες (cumulonimbus), τα οποία είναι γνωστά σαν καταιγιδοφόρα νέφη.
 Τα cumulonimbus και τα cumulus congestus µπορούν να αποκτήσουν ένα τεράστιο ύψος, που ενώ η βάση τους βρίσκεται γύρω στα 2000 µέτρα, η κορυφή τους φτάνει και τα 17000 µέτρα, ιδιαίτερα στα πρώτα.
 Νέφη που σχετίζονται µε τα cumulus
 1. Altocumulus (υψισωρείτες): Τα νέφη αυτά σχηµατίζονται ανάµεσα στα 2000 και 7000 µέτρα και εµφανίζονται σαν γκρι διογκωµένες άµορφες µάζες, µε τη µορφή παράλληλων κυµάτων ή ζωνών. Ένα τµήµα του νέφους είναι συνήθως σκοτεινότερο από το υπόλοιπο, που επιτρέπει την αναγνώριση τους σε σχέση µε τα cirrocumulus. Υψισωρείτες που παρουσιάζουν πυργοειδή µορφή τονίζουν την ανύψωση του αέρα στο επίπεδο του νέφους. Η εµφάνιση νεφών αυτού του είδους σε ένα θερµό και υγρό καλοκαιρινό πρωινό συχνά προαναγγέλλει την εκδήλωση απογευµατινής καταιγίδας.
2. Cirrocumulus (θυσανοσωρείτες): Τα νέφη αυτά σχηµατίζονται ψηλότερα από τα 6000 µέτρα και εµφανίζονται µε τη µορφή µικρών στρογγυλεµένων τουλιπών, µεµονωµένων ή διαταγµένων σε µακριές σειρές. Όταν οι λευκές νεφικές τουλίπες βρίσκονται σε σειρές, δίνουν στο νέφος µια κυµατοειδή µορφή που το διακρίνει από τα cirrostratus. Αυτά σπάνια καλύπτουν όλο τον ουρανό. Τα συστατικά του νέφους ανακλούν το ερυθρό και κίτρινο µέρος του ηλιακού φάσµατος και παρουσιάζουν καταπληκτική εικόνα.
 3. Stratocumulus (στρωµατοσωρείτες): Αυτά ήδη έχουν περιγραφεί στην κατηγορία των cirrus. 4. Cumulonimbus (σωρειτοµελανίες): Η περιγραφή τους έγινε επίσης παραπάνω. Το πρόθεµα ή η προσθήκη του λήµµατος nimbus σηµαίνει νέφη τα οποία προκαλούν βροχοπτώσεις. Πολλές φορές κάτω από τα cumulonimbus σχηµατίζονται νεφικές προεκτάσεις µε τη µορφή θυλάκων, καθώς ο ψυχρός αέρας καθιζάνει µέσα στο θερµό αέρα, που βρίσκεται κάτω από το νέφος. Αυτά επειδή µοιάζουν µε τους µαστούς των θηλαστικών ονοµάζονται cumulonimbus mammatus. Η µορφή που παρουσιάζουν είναι απειλητική, αλλά στην πραγµατικότητα τονίζουν την επερχόµενη εξασθένιση της καταιγίδας.
3. Τα νέφη cirrus Τα cirrus (θύσανοι) είναι λεπτά σύννεφα , σε µορφές δέσµης που συνήθως σχηµατίζονται ψηλότερα από τα 6000 µέτρα. Τα νέφη αυτά παρασύρονται από τους ισχυρούς δυτικούς ανέµους της ανώτερης ατµόσφαιρας σε µορφή ταινιοειδών κυµατισµών. Τα νέφη cirrus κινούνται γενικά από τα δυτικά προς τα ανατολικά και χαρακτηρίζουν τον καλό καιρό. Τα νέφη αυτά σχηµατίζονται όταν οι υδρατµοί σχηµατίζουν παγοκρυστάλλια . Είναι δε πολύ λεπτά επειδή δηµιουργούνται σε πολύ µεγάλα ύψη της ατµόσφαιρας όπου η παρουσία των υδρατµών είναι περιορισµένη. Με τα νέφη αυτά συνδέονται οι νεφικοί σχηµατισµοί των 1) Cirrostratus, και 2) Cirrocumulus που έχουν ήδη περιγραφεί στις προηγούµενες παραγράφους.
5. Ο υετός ή τα ατµοσφαιρικά κατακρηµνίσµατα
ένα ακόµη σηµαντικό συστατικό αυτού αποτελεί η βροχόπτωση, δηλαδή η ποσότητα του ύδατος που µπορεί να πέσει από τα σύννεφα στη γη σε υγρή (βροχή) ή σε στερεή (χιόνι, πάγος) µορφή. Γενικά η βροχή, το χιόνι και το χαλάζι µαζί ονοµάζονται ατµοσφαιρικά κατακρηµνίσµατα, υδροµετέωρα ή υετός. Αυτά εκτός από τις τρεις παραπάνω βασικές µορφές παρουσιάζουν και άλλες ποικίλες µορφές, που υπερβαίνουν τις πενήντα. Από αυτές θα περιγραφούν µόνο οι κοινότερες, µε έµφαση σε αυτές που παρουσιάζονται στην περιοχή µας.
 Οι διαδικασίες της ψύξης, που προαναφέρθηκαν έχουν διαφορετική σπουδαιότητα στη δηµιουργία της βροχής και στη γεωγραφική κατανοµή αυτής. Κατά την έντονη θέρµανση της επιφάνειας του εδάφους ο αέρας µεταφέρει υδρατµούς σε µεγαλύτερα ύψη. Η διαδικασία αυτή οφείλεται σε καθαρά θερµικά αίτια και όταν ο αέρας παρουσιάζει χαρακτηριστικά αστάθειας θα προκληθούν συµπυκνώσεις. Μερικές φορές τα αίτια είναι θερµοδυναµικά, καθώς σε µεγαλύτερα ύψη της ατµόσφαιρας υπάρχει αρκετά ψυχρός αέρας ο οποίος αυξάνει σηµαντικά την ασταθή δοµή αυτής. Έτσι ο θερµαινόµενος από το έδαφος αέρας, µόλις συναντήσει τον ψυχρό αέρα που βρίσκεται ψηλά αποκτά µεγαλύτερη ανυψωτική δύναµη και ανέρχεται πολύ ψηλότερα δηµιουργώντας έντονα νέφη 81 κατακόρυφης ανάπτυξης και ισχυρές µικρής συνήθως διάρκειας βροχοπτώσεις, οι οποίες είναι γνωστές σαν βροχές κατακόρυφης µεταφοράς ή αστάθειας. Ένας ανάλογος µηχανισµός αναπτύσσεται επίσης, όταν ψυχρός και υγρός ασταθής αέρας διέρχεται επάνω από θερµή επιφάνεια. Στην περίπτωση αυτή προκαλούνται ανοδικές κινήσεις λόγω θέρµανσης εκ των κάτω, ανύψωση των υδρατµών και δηµιουργία βροχής. Το φαινόµενο αυτό είναι συχνό στα µέσα γεωγραφικά πλάτη, όπου και εκδηλώνεται µε τη µορφή ψυχρού µετώπου, συνήθως κατά τη θερµότερη περίοδο του έτους. Μία χαρακτηριστική κατάσταση αυτού του είδους αποτελούν τα «µπουρίνια» τα οποία µερικές φορές πλήττουν τη Β. Ελλάδα. Στην τελευταία περίπτωση ο αέρας δεν έχει συνήθως πολλούς υδρατµούς και η δράση της διαταραχής εκδηλώνεται κυρίως µε την πνοή πολύ ισχυρών ανέµων, µε τη συνοδεία ασθενούς συνήθως βροχής. Η δράση της ορεογραφίας στη συµπύκνωση των υδρατµών και στη δηµιουργία βροχής καθορίζεται τόσο από τη διάταξη όσο και από το µέγεθος των οροσειρών. Υψηλές εκτεταµένες οροσειρές, που οι άνεµοι πνέουν κάθετα προς τον διαµήκη άξονα τους, µπορούν να δώσουν σηµαντικές βροχοπτώσεις στις προσήνεµες κλιτείς των βουνών, εφόσον φυσικά υπάρχει η διαθέσιµη υγρασία στον ανυψούµενο αέρα και οι προϋποθέσεις συνθηκών αστάθειας σ’αυτόν. Χαρακτηριστικό παράδειγµα για την ελληνική περιοχή αποτελεί η οροσειρά της Πίνδου, η οποία παρεµβάλλεται στην πορεία των βροχοφόρων συστηµάτων που έρχονται κυρίως από Ν∆ ή Β∆ κατευθύνσεις. Στα προσήνεµα της Πίνδου σηµειώνονται οι µεγαλύτερες βροχοπτώσεις στον ελληνικό χώρο, ακριβώς εξαιτίας της ανυψωτικής δράσης της ορεογραφίας. Όταν τα νέφη υπερπηδήσουν την οροσειρά έχουν αποθέσει ήδη το σηµαντικότερο ποσοστό της υγρασίας τους στα προσήνεµα µε αποτέλεσµα στα ανατολικά της Πίνδου να σηµειώνονται πολύ λιγότερες βροχές. δηλαδή στην περίπτωση αυτή έχουµε ένα παράδειγµα δράσης της οµβροσκιάς ή βροχοσκιάς. Ο µηχανισµός σύγκλισης παρουσιάζει επίσης πολύ σηµαντική δράση στη ζώνη του ενδοτροπικού µετώπου, στην Ισηµερινή ζώνη, όπου οι αληγείς άνεµοι των δύο ηµισφαιρίων, µε ίδια σχεδόν θερµοκρασιακά χαρακτηριστικά συναντώνται και ανυψώνονται κατακόρυφα προκαλώντας έναν πολύ έντονο µηχανισµό κατακόρυφης µεταφοράς. Με αποτέλεσµα την ανάπτυξη νεφών έντονης κατακόρυφης ανάπτυξης και τις πολύ ισχυρές και συχνές βροχοπτώσεις στη ζώνη δράσης του ενδοτροπικού µετώπου, δηλαδή στην Ισηµερινή ζώνη.
Η βροχή Αυτή αποτελεί την κοινότερη µορφή των υδροµετεώρων και αποτελείται από βροχοσταγόνες, που φθάνουν στην επιφάνεια της γης σε υγρή µορφή. Οι βροχοσταγόνες αυτές µέσα στο σύννεφο µπορεί να βρίσκονται σε υγρή φάση, αλλά πολλές φορές µπορεί να έχουν τη στερεή µορφή και στη συνέχεια λιώνουν κατά την κάθοδο τους, καθώς περνούν µέσα από θερµότερα στρώµατα αέρα. Το µέγεθος των βροχοσταγόνων που φθάνουν στο έδαφος εξαρτάται από την αρχική διάσταση αυτών, από την εξάτµιση που λαµβάνει χώρα κατά την κάθοδο τους και από τα ρεύµατα του αέρα που επικρατούν κάτω από τα σύννεφα. Καθοδικά ρεύµατα φέρνουν στο έδαφος µεγαλύτερες σταγόνες βροχής, όπως συνήθως συµβαίνει κατά τη διάρκεια των καταιγίδων. Πολλές φορές η εξάτµιση µέσα στην ατµόσφαιρα, ιδίως κατά το θέρος, είναι τόσο ισχυρή που οι βροχοσταγόνες δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στο έδαφος. Τότε µέσα στην ατµόσφαιρα παρατηρούνται κάτω από τα σύννεφα σκοτεινές κατακόρυφες ταινίες που απεικονίζουν αυτή τη διαδικασία. Η διάµετρος των βροχοσταγόνων υπερβαίνει τα 0.5 mm. Ανάλογα δε µε την ένταση της η βροχόπτωση διακρίνεται σε ασθενή σε µέτρια, σε ισχυρή και σε πολύ ισχυρή ή πληµµυρική. Τα όρια µεταξύ αυτών των τύπων είναι συνήθως αυθαίρετα και είναι συνάρτηση του συνολικού ετήσιου ύψους της βροχής. Μια κλίµακα ταξινόµησης από στατιστική καθαρά άποψη θα µπορούσε να έχει τη µορφή: ασθενής µε ύψος, που ορίζει το όριο <Χ+σ mm/h, µέτρια, µε ύψη Χ+σ-Χ+26 mm/h, ισχυρή, µε ύψη Χ+2σ-Χ+36 mm/h και πολύ ισχυρή >Χ+3σ mm/h.
 Το χιόνι αποτελεί συσσωµατώµατα παγοκρυσταλλίων τα οποία συνθέτουν τις χαρακτηριστικές νιφάδες εξαγωνικής µορφής, που φθάνουν στην επιφάνεια του εδάφους. Για να φθάσουν οι νιφάδες στο έδαφος, θα πρέπει το ισοθερµικό στρώµα της θερµοκρασίας των 0° C να απέχει από την επιφάνεια του εδάφους λιγότερο από 300 µέτρα, ώστε οι νιφάδες να µη προλάβουν να λιώσουν πριν φθάσουν στη γη. Το χιόνι σχηµατίζεται κυρίως όταν οι υδρατµοί µετατρέπονται απευθείας σε πάγο µε τη διαδικασία της εξάχνωσης, δηλαδή χωρίς να µεσολαβεί η υγρή φάση. Μερικές φορές παρατηρείται µερική τήξη των νιφάδων, τότε φθάνουν στη γη ταυτόχρονα βροχή και χιόνι, που αποτελούν το χιονόνερο ή τον χιονόλυτο.
 3 Το χαλάζι ∆ηµιουργείται όταν βίαια κατακόρυφα ανοδικά και καθοδικά ρεύµατα επικρατούν µέσα σε σύννεφα έντονης κατακόρυφης ανάπτυξης, όπως είναι οι γνωστοί σωρειτοµελανίες. Τα ρεύµατα που αναπτύσσονται µεταφέρουν τις βροχοσταγόνες διαδοχικά επάνω και κάτω από το επίπεδο παγοποίησης. Οι συνεχείς ανοδικές και καθοδικές κινήσεις συντελούν ώστε στο χαλαζόκοκκο να δηµιουργούνται διαδοχικά οµόκεντρα στρώµατα πάγου µε διαφορετική υφή. Ανάλογα µε το µέγεθος της ατµοσφαιρικής διαταραχής ποικίλει και το µέγεθος των χαλαζοκόκκων που µπορεί να κυµαίνεται από 0.5 µέχρι και πάνω από 10 εκατοστά του µέτρου σε διάµετρο (Σχήµα ΙΙΙ.5) Σχήµα ΙΙΙ.5. Χαλαζόκοκκος
 Οι ψεκάδες Οι ψεκάδες αποτελούν πολυάριθµες µικρές σταγόνες νερού µε διάµετρο µικρότερη των 0.5 mm, οι οποίες πέφτουν µε πολύ βραδύ ρυθµό προς την επιφάνεια της γης ή µπορεί να αιωρούνται µέσα στον ελαφρά κινούµενο αέρα. Προέρχονται συνήθως από χαµηλά στρωµατόµορφα νέφη. ∆ιακρίνονται σε ασθενείς ψεκάδες, όταν η ορατότητα είναι µεγαλύτερη των 1000 µέτρων, σε µέτριες ψεκάδες όταν η ορατότητα κυµαίνεται από 500-1000 µέτρα, και σε ισχυρές ψεκάδες όταν η ορατότητα περιορίζεται σε λιγότερο από 500 µέτρα.
.5. Ο οµιχλοκρύσταλλος Ο οµιχλοκρύσταλλος σχηµατίζεται όταν οµίχλη ή έρποντα νέφη στις κορυφές των βουνών έλθουν σε επαφή µε ψυχρές επιφάνειες εδάφους ή δεντροστοιχιών, όπου επικρατούν αρνητικές θερµοκρασίες. Τότε παρατηρείται πολύ γρήγορη πήξη των νεφοσταγονιδίων τα οποία και σχηµατίζουν χαρακτηριστικές ινώδεις αποθέσεις στις ψυχρές επιφάνειες
Ο υαλόπαγος Ο υαλόπαγος είναι ένα διαφανές και οµογενές στρώµα πάγου, το οποίο σχηµατίζεται όταν βροχή που βρίσκεται σε κατάσταση υπέρτηξης έρθει σε επαφή µε εδαφικές επιφάνειες που παρουσιάζουν αρνητικές θερµοκρασίες. Σχηµατίζεται σχετικά συχνά στους ασφαλτόδροµους και είναι πάρα πολύ επικίνδυνη για την πρόκληση ατυχηµάτων γιατί δεν γίνεται έγκαιρα ορατή από τους οδηγούς των οχηµάτων.
6 Η γεωγραφική κατανοµή των βροχοπτώσεων
Η ποσότητα της βροχής που φθάνει στην επιφάνεια της γης µετρείται σε χιλιοστά ύψους του υδάτινου στρώµατος, το οποίο σχηµατίζεται επάνω σε µια οριζόντια επιφάνεια. Η ποσοτική έκφραση του 1 χιλιοστού ύδατος σε επιφάνεια 1 τετραγωνικού µέτρου ισοδυναµεί µε 1 λίτρο ύδατος. Σήµερα, για µελέτες αστικού κλίµατος η βροχόπτωση εκφράζεται κατευθείαν σε λίτρα/m2. Σε µερικές χώρες όπου οι βροχοπτώσεις είναι άφθονες, τα ύψη της βροχής µετρούνται σε εκατοστά του µέτρου, ή και σε ίντσες. Η βροχόπτωση στην επιφάνεια της γης είναι ένα ασυνεχές µέγεθος, δεν εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε όλο τον πλανήτη και φυσικά δεν βρέχει κάθε µέρα. Η βροχόπτωση σε ένα τόπο χαρακτηρίζεται από διαδοχικά ή µη επεισόδια βροχοπτώσεων που οριοθετούνται από το χρόνο έναρξης, λήξης και από τη διάρκεια τους. Μπορεί να διαρκούν από λίγα λεπτά της ώρας µέχρι µια ή περισσότερες ηµέρες. Στην κλιµατολογία όµως κυρίως ενδιαφέρει η βροχόπτωση του 24ώρου. Η βροχόπτωση η οποία πέφτει σε µια µέρα, ονοµάζεται ηµερήσια βροχόπτωση, που στην ουσία µπορεί να αποτελεί άθροισµα ή τµήµα επεισοδίων βροχής. Το άθροισµα των ηµερήσιων βροχοπτώσεων κατά τη διάρκεια ενός µήνα αποτελεί το µηνιαίο ύψος της βροχής για το µήνα αυτό. Το σύνολο της βροχής που πέφτει και στους 12 µήνες του χρόνου αποτελεί το ετήσιο ύψος αυτής. Στην Κλιµατολογία , προκειµένου να µελετηθεί η γεωγραφική κατανοµή του υετού χρησιµοποιούνται οι µέσοι όροι µιας µεγάλης περιόδου, µεγαλύτερης των 30 ετών. Στις περιπτώσεις αυτές αναφερόµαστε σε µέσες µηνιαίες ή µέσες ετήσιες βροχοπτώσεις. Ο ρυθµός της βροχής διαφέρει σηµαντικά σε ένα τόπο από επεισόδιο σε επεισόδιο βροχής. Άλλοτε η βροχή είναι πολύ έντονη και άλλοτε πολύ ασθενής.
Προκειµένου να µελετηθεί η συµπεριφορά της βροχής σε ένα τόπο χρησιµοποιείται και η έννοια της ραγδαιότητας ή της έντασης αυτής, η οποία εκφράζει το ύψος της βροχής σε χιλιοστά, που φθάνει στην επιφάνεια της γης σε ορισµένο χρονικό διάστηµα. Η κοινότερη έκφραση είναι η βροχόπτωση/24ωρο, ή η βροχόπτωση/ώρα. Για περισσότερο ειδικούς σκοπούς (αποχετεύσεις αστικών δρόµων κ.λ.π) χρησιµοποιούνται εντάσεις µικρότερης διάρκειας , όπως βροχόπτωση /ηµίωρο, ανά 15λεπτο, 10λεπτο ή και πεντάλεπτο της ώρας. Τα ποσά της βροχής που φθάνουν στην επιφάνεια της γης κατά την διάρκεια ενός χρόνου είναι τεράστια, αφού σε κάθε δευτερόλεπτο της ώρας φθάνουν στη γη περίπου 14.000.000 m3. Σε ετήσια βάση το ποσό αυτό δίνει ένα µέσο πλανητικό βροχοµετρικό ύψος της τάξεως των 900 χιλιοστών ύψους.
.7. Μέση ετήσια πλανητική κατανοµή της Βροχόπτωσης σε εκατστά.
Η κατανοµή του υετού στην επιφάνεια της γης είναι πολύ ακανόνιστη και πολύ διαφορετική από τη µια περιοχή στην άλλη. Προς επιβεβαίωση αυτού αρκεί να αναφέρουµε µερικές χαρακτηριστικές τιµές ετήσιας βροχόπτωσης σε διάφορα σηµεία της Γης. Π.χ. στο Cherrapunji της Ινδίας και στη Χαβάη η βροχή έχει υπερβεί τα 11.5 µέτρα ύψους σε κάποιο έτος. Στο Καµερούν, στην τροπική ζώνη αυτή έφτασε περίπου τα 9 µέτρα ύψους, ενώ στην Κροατία σηµειώθηκε βροχόπτωση της τάξης των 4.6 µέτρων σε ένα χρόνο. Αντίθετα πολύ περιορισµένες βροχές έχουν σηµειωθεί στο Wadi Wallo του Σουδάν µε µόλις 1 χιλιοστό βροχής µέσα σε 10 χρόνια και στην Arica της Χιλής Για να µελετηθεί η γεωγραφική κατανοµή του υετού στον πλανήτη χρησιµοποιείται συνήθως το µέσο ετήσιο βροχοµετρικό ύψος των χιλιάδων σταθµών που είναι εγκατεστηµένοι στην επιφάνεια της γης, ενώ µε τεχνικές παρεµβολής προσδιορίζεται η κατανοµή της βροχής επάνω από τις θάλασσες, όπου ο αριθµός των σταθµών περιορίζεται µόνο σε αυτούς που υπάρχουν στα διάφορα νησιά, σε πλοία ή πλωτήρες.
 ορισµένες περιοχές παρουσιάζουν βροχοπτώσεις που φθάνουν ή και υπερβαίνουν τα 3000 χιλιοστά, ενώ σε άλλες αυτά είναι λιγότερα και από 50 χιλιοστά ύψους. Η κατανοµή αυτή του υετού δεν είναι τυχαία αλλά ελέγχεται και ρυθµίζεται από το συνδυασµό τοπογραφικών, θερµικών και δυναµικών παραγόντων οι οποίοι και προσδίδουν την πολύπλοκη εικόνα κατανοµής που απεικονίζεται στο χάρτη . Σε γενικές γραµµές µπορούµε να ερµηνεύσουµε την πολύπλοκη αυτή κατανοµή αν την συνδέσουµε, κατά περιοχές, µε τους παράγοντες που είναι κυρίως υπεύθυνοι για την κατανοµή αυτή και οι οποίοι συνοψίζονται στους παρακάτω:
(1) Στις περιοχές της γης όπου κυριαρχούν µόνιµα ή εποχικά κέντρα πίεσης, όπως είναι οι δυναµικοί αντικυκλώνες του Ατλαντικού και του Ειρηνικού, η ενδοτροπική ζώνη σύγκλισης, το χαµηλό της Ισλανδίας, το Χαµηλό των Αλεουτίων ή ο Σιβηρικός αντικυκλώνας, η βροχή παρουσιάζει µικρά ή µεγάλα ύψη σύµφωνα µε τις καθοδικές αντικυκλωνικές ή ανοδικές κυκλωνικές κινήσεις. Τα αποτελέσµατα αυτών των 88 δράσεων φαίνονται πολύ χαρακτηριστικά στο χάρτη στις αντίστοιχες περιοχές όπου δρουν αυτού του είδους τα συστήµατα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η παρουσία των υψηλών πιέσεων στην υποτροπική ζώνη, όπου η καθίζηση του ατµοσφαιρικού άρα που προκαλούν και η αδιαβατική θέρµανση οδηγεί στον ουσιαστικό περιορισµό των βροχοπτώσεων και στη δηµιουργία των ερηµικών ζωνών του Πλανήτη.
 (2) Οι υψηλές ατµοσφαιρικές πιέσεις που κυριαρχούν στις δυτικές ακτές των ηπείρων σαν αποτέλεσµα της εξάπλωσης των µεγάλων αντικυκλωνικών κέντρων, σε συνδυασµό µε τα ψυχρά θαλάσσια ρεύµατα που περιπλέουν τις ακτές αυτές συντελούν στην εµφάνιση περιορισµένων βροχοπτώσεων στις περιοχές αυτές. Μια µατιά στις ακτές της Καλιφόρνιας ή του Περού µας πείθει για τη δράση αυτών των παραγόντων.
 (3) Σε εκείνα τα σηµεία του πλανήτη όπου δρουν συστήµατα ανέµων που αναστρέφουν εποχικά την πνοή τους ελέγχουν το ύψος του υετού. Ο χαρακτηριστικός µουσώνας των Ινδιών δίνει µεγάλα ποσά βροχοπτώσεων σε όλη την ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ασίας, κατά την περίοδο που αυτός πνέει από τη θάλασσα. Η δράση των συστηµάτων αυτών στη διαµόρφωση των βροχοπτώσεων φαίνεται χαρακτηριστικότερα στους µηνιαίους καλοκαιρινούς χάρτες.
 (4) Μια ακόµη ζώνη µε αυξηµένες βροχοπτώσεις, διάσπαρτη όµως σε διάφορα σηµεία του πλανήτη, είναι οι περιοχές όπου δρουν οι τροπικές και οι εξωτροπικές υφέσεις,
(5) Οι υγροί θαλάσσιοι άνεµοι που κινούνται προς την ενδοχώρα εναποθέτουν µεγάλα ποσά βροχής στη χέρσο και ιδιαίτερα στα προσήνεµα των ορεινών όγκων. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν οι οροσειρές της Β. Αµερικής, οι νότιες Άνδεις, η Σκανδιναβική χερσόνησος, οι ∆ειναρικές Άλπεις, η Πίνδος κ.λ.π.
(6) Τα εσωτερικά των ηπείρων που βρίσκονται πολύ µακριά από τις θάλασσες δεν µπορούν να δεχθούν την επίδραση υγρών θαλάσσιων ανέµων µε αποτέλεσµα να παρουσιάζουν για το λόγο αυτό πολύ περιορισµένες βροχοπτώσεις. Τέτοιες περιοχές είναι η κεντρική Β. Αµερική, η κεντρική Αυστραλία και φυσικά η κεντρική Ευρασία.
 (7) Τέλος περιοριστικό ρόλο στην κατανοµή των βροχοπτώσεων διαδραµατίζει και η θερµοκρασία του αέρα. Όσο θερµότερος είναι ο αέρας τόσο περισσότερους υδρατµούς µπορεί να συγκρατήσει. Για τους λόγους αυτούς οι βροχοπτώσεις είναι συγκριτικά µεγαλύτερες στις θερµές περιοχές και λιγότερες στους πόλους. Η βροχόπτωση σε ένα τόπο παρουσιάζει µεταβολές από µήνα σε µήνα που είναι διαφορετικές σε διάφορες περιοχές. Οι συνθήκες της ατµοσφαιρικής κυκλοφορίας που είναι υπεύθυνες για τις βροχές σε κάθε περιοχή δεν διατηρούνται συνήθως αµετάβλητες 89 ολόκληρο το χρόνο. Εκεί όπου αυτές υπάρχουν όλο το χρόνο και οι βροχοπτώσεις εµφανίζονται επίσης όλο το χρόνο και τα ποσά του υετού δεν διαφέρουν σηµαντικά από µήνα σε µήνα, όπως συµβαίνει π.χ. στον Ισηµερινό. Σε άλλες περιοχές κυριαρχούν τα βροχερά καλοκαίρια, που αποτελεί και τον κανόνα στη γη ή τα ξηρά καλοκαίρια π.χ. Μεσογειακή λεκάνη.
8 Τα βροχοµετρικά συστήµατα Παρατηρείται εποµένως, σύµφωνα µε τα παραπάνω, ότι η περίοδος των βροχών διαφέρει από ένα τόπο σε άλλο. Η ετήσια εποµένως πορεία της βροχής µπορεί να χαρακτηρίζει κλιµατικά έναν τόπο. Για το λόγο αυτό η ετήσια πορεία της βροχής, δηλαδή το βροχοµετρικό σύστηµα αποτελεί βασικό κλιµατικό στοιχείο κάθε περιοχής. ∆εν είναι καθόλου παράξενο δύο αποµακρυσµένοι τόποι να έχουν το ίδιο ετήσιο ύψος βροχής, αλλά το βροχοµετρικό τους σύστηµα να είναι τελείως διαφορετικό. Για παράδειγµα µπορούµε να αναφέρουµε τη δική µας Μυτιλήνη και το αποµακρυσµένο Ν. ∆ελχί, όπου ενώ η ετήσια βροχόπτωση είναι περίπου η ίδια (715 και 725 mm), η εποχική πορεία, δηλαδή το βροχοµετρικό σύστηµα είναι τελείως διαφορετικό
 Η εξέταση λοιπόν της ετήσιας πορείας της βροχόπτωσης σε κάθε σταθµό µπορεί να τον κατατάξει σε µια από τις παρακάτω κατηγορίες βροχοµετρικών συστηµάτων:
(1) Το θαλάσσιο βροχοµετρικό σύστηµα. Αυτό επικρατεί επάνω από τους ωκεανούς και το µέγιστο των βροχών σηµειώνεται κατά το Φθινόπωρο και κατά το Χειµώνα
(2) Το ηπειρωτικό βροχοµετρικό σύστηµα. Επικρατεί στα εσωτερικά των ηπείρων, µε αυξηµένες θερινές βροχές και χειµερινή συνήθως ξηρασία
 (3) Το µεσογειακό βροχοµετρικό σύστηµα. Το σύστηµα αυτό απαντάται στις χώρες της Μεσογείου, στην Καλιφόρνια, τη Νότια Αυστραλία και τη Νότια Αφρική. Χαρακτηρίζεται από θερινό ελάχιστο της βροχόπτωσης και από χειµερινό µέγιστο
(4) Το µουσωνικό βροχοµετρικό σύστηµα. Αυτό χαρακτηρίζεται από άφθονες θερινές βροχοπτώσεις και από χειµερινή ξηρασία. Απαντάται στις περιοχές όπου επικρατεί το σύστηµα των µουσώνων, δηλαδή µιας κατηγορίας ατµοσφαιρικής κυκλοφορίας, όπου οι άνεµοι παρουσιάζουν εποχική αντιστροφή, πνέοντας από τη θάλασσα προς την ξηρά κατά το θέρος και κατά την αντίθετη κατεύθυνση το χειµώνα. Συναντάται στην Ινδία, Βιρµανία, Βιετνάµ κ.λ.π.
Βροχοµετρικά συστήµατα της Γης: 1 Θαλάσσιο, 2. Ηπειρωτικό, 3. Μεσογειακό, 4. Μουσωνικό, 5. Ισηµερινό και 6. Τροπικό ανατολικών ακτών.
Το ισηµερινό βροχοµετρικό σύστηµα. Το σύστηµα αυτό κυριαρχεί στην ισηµερινή ζώνη που περικλείεται µεταξύ των παραλλήλων 10° Βόρεια και Νότια του Ισηµερινού. Χαρακτηρίζεται από δύο µέγιστα βροχής τα οποία σηµειώνονται κατά τις ισηµερίες,
 Το τροπικό σύστηµα των ανατολικών ακτών. Χαρακτηρίζει τις περιοχές των ανατολικών ακτών της τροπικής ζώνης, όπου κάµουν συχνή την εµφάνιση τους οι τροπικοί κυκλώνες. Επειδή δε η εποχή δράσης αυτών είναι το Φθινόπωρο, γι’ αυτό και οι βροχοπτώσεις έχουν τα µέγιστα τους κατά την εποχή αυτή
 Ξηρασίες και πληµµύρες Η µέση µηνιαία ή ετήσια τιµή της βροχόπτωσης, η οποία εκφράζει το µέσο όρο µιας πολύ µεγάλης περιόδου, τις περισσότερες φορές διαφέρει σηµαντικά από τις πραγµατικές τιµές που µετρούνται σε ένα ορισµένο µήνα ή έτος. Υπάρχουν έτη που οι βροχοπτώσεις ήταν πολύ λιγότερες από το µέσο όρο (ξηρά έτη) ή πολύ περισσότερες από αυτόν (υγρά έτη). Το ίδιο µπορεί να παρατηρηθεί σε εποχικές ή µηνιαίες τιµές.
Η διακύµανση της τιµής του υετού επάνω ή κάτω από τη µέση τιµή ονοµάζεται µεταβλητότητα του υετού και αποτελεί µια σηµαντική παράµετρο για να προσδιοριστούν οι ξηρές ή οι υγρές εποχές σε ένα τόπο.
 Αν για παράδειγµα αναφερθούµε στη Μεσογειακή περιοχή, τότε είναι δυνατόν η έλλειψη της βροχής να έχει σηµειωθεί κατά την ψυχρή περίοδο, στην οποία κανονικά σηµειώνονται οι βροχοπτώσεις, ενώ παράλληλα µπορεί να παρουσιαστούν περισσότερες βροχοπτώσεις κατά την συνήθως άβροχη περίοδο του καλοκαιριού. Στην περίπτωση αυτή, αν το ετήσιο συνολικό άθροισµα της βροχής είναι µικρότερο από την κανονική τιµή, τότε µιλάµε για µετεωρολογική ξηρασία. Αυτή η έλλειψη νερού µπορεί να µη προκαλεί προβλήµατα στη γεωργία, δηµιουργεί όµως προβλήµατα σε άλλες δραστηριότητες του ανθρώπου, όπως είναι ο τουρισµός, η ύδρευση κ.λ.π. Αντίθετα κατά τη γεωργική ξηρασία οι µειωµένες βροχοπτώσεις προκαλούν σηµαντικές επιπτώσεις στην παραγωγή. Προκειµένου να εντοπιστεί η γεωργική ξηρασία χρησιµοποιείται η έννοια του υδρολογικού έτους. Το υδρολογικό έτος αρχίζει τον επόµενο µήνα µετά από εκείνον στον οποίο έχει εκδηλωθεί η ελάχιστη τιµή της επιφανειακής απορροής και καλύπτει το διάστηµα των δώδεκα επόµενων συνεχών µηνών. Αυτή η διάκριση έχει το πλεονέκτηµα η υγρή περίοδος να περικλείεται µεταξύ δύο ξηρών περιόδων. Έτσι το νερό της βροχής το οποίο πέφτει σε µια περιοχή είναι αυτό που θα δαπανηθεί για την ανάπτυξη των φυτών. Στην Ελλάδα το υδρολογικό έτος αρχίζει συνήθως το Σεπτέµβριο και τελειώνει τον Αύγουστο του επόµενου έτους. Το µετεωρολογικό έτος είναι ταυτόσηµο µε το ηµερολογιακό έτος. Έτσι τα ετήσια ποσά της βροχής αντιπροσωπεύουν τόσο αυτά που έχουν καταγραφεί κατά το τρίµηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου- Μαρτίου, όσο και το τρίµηνο Οκτωβρίου- Νοεµβρίου- ∆εκεµβρίου του ιδίου έτους. Οι βροχοπτώσεις όµως του δεύτερου τριµήνου, µπορεί να είναι πολύ άφθονες και να διαµορφώνουν τελικά ένα πολύ υγρό µετεωρολογικό έτος, στη γεωργία όµως αυτές οι βροχές θα χρησιµοποιηθούν από τα φυτά που θα αναπτυχθούν το επόµενο έτος. Αυτή η διαφοροποίηση δείχνει ότι µπορεί να υπάρχει άφθονο νερό από µετεωρολογική άποψη αλλά πολύ λίγο από γεωργική.
 Την αντίθετη συνθήκη από τις ξηρασίες αποτελούν οι πληµµύρες, οι οποίες είναι καταστροφικές είτε εµφανιστούν κατά τη βροχερή είτε κατά την ξηρή περίοδο. Η δηµιουργία των πληµµύρων είναι το αποτέλεσµα ισχυρών ή πολύ ισχυρών βροχοπτώσεων. Βέβαια δεν υπάρχουν ποσοτικά όρια της “υψηλής” ή “πολύ υψηλής” βροχόπτωσης, ούτε της διάρκειας αυτών. Μια γενική χοντρική αποδοχή µπορεί να είναι ότι µια µετρίως ισχυρή βροχόπτωση να ξεκινά από µια βροχή των 25 mm/h και µια µέση διάρκεια να ξεκινά από τη µία ώρα. Από συνοπτική άποψη η βροχή, ως γνωστό, δηµιουργείται µε την ανύψωση και τη συµπύκνωση υγρού αέρα. Η ισχυρή βροχόπτωση για να εκδηλωθεί απαιτεί αφθονία ανυψούµενων υδρατµών, δηλαδή µεγάλη αναλογία µείξης στον ανυψούµενο αέρα και µεγάλη ταχύτητα ανύψωσης. Βεβαίως όλοι οι υδρατµοί που δηµιουργούν ένα νέφος δεν µετατρέπονται σε βροχή. Αυτή η διαπίστωση οδηγεί στον προσδιορισµό ενός συντελεστού αποτελεσµατικότητας της βροχόπτωσης. Αυτός ο συντελεστής Ε συνδέει τη σχέση που υπάρχει ανάµεσα στο ρυθµό της βροχόπτωσης και στους εισερχόµενους υδρατµούς, µε τη σχέση: R = E wq (2) Όπου w είναι ο ρυθµός ανύψωσης , q είναι η αναλογία µείξης του ανερχόµενου αέρα και R η βροχόπτωση που έχει µετρηθεί σε έναν τόπο. Η αποτελεσµατικότητα της βροχής Ε ορίζεται σαν ο λόγος της µάζας του νερού που πέφτει µε τη βροχή mp, προς τη µάζα των υδρατµών του νέφους mi, δηλαδή E= mp/mi.
Αν ένας τουλάχιστον από τους τρεις όρους της σχέσης (2) είναι µεγάλος και οι υπόλοιποι είναι τουλάχιστον µέτριοι, τότε υπάρχει η δυνατότητα ισχυρών βροχοπτώσεων. Από αυτά φαίνεται ότι µηχανισµοί ελεύθερης µεταφοράς, σύγκλισης και ανύψωσης είναι αυτοί που προκαλούν πληµµύρες, χωρίς βέβαια να αποκλείονται και µηχανισµοί µη σύγκλισης, αλλά οι περιπτώσεις αυτές είναι σπανιότερες. Για να προκληθεί ανύψωση και ισχυρή σύγκλιση θα πρέπει 1) η θερµοβαθµίδα του περιβάλλοντος να είναι κατά συνθήκη ασταθής, 2) να υπάρχουν οι κατάλληλες υγροµετρικές συνθήκες έτσι που ανερχόµενα τµήµατα αέρα κάτω από συνθήκες υγρής αδιαβατικής θερµοβαθµίδας να παρουσιάζουν ένα επίπεδο ελεύθερης µεταφοράς και 3) να υπάρχει κάποια διεργασία µε την οποία ένα τµήµα αέρα να ανυψώνεται µέχρι το επίπεδο ελεύθερης µεταφοράς. 95 Σε σύνθετα συστήµατα σύγκλισης , που αποτελούνται από πλήθος κυττάρων σύγκλισης, η διάρκεια της υψηλής βροχόπτωσης σε οποιαδήποτε θέση συνδέεται µε
 1) την ταχύτητα κίνησης του συστήµατος,
 2) το µέγεθος του συστήµατος,
3) τη µεταβλητότητα της έντασης της βροχής µέσα στο σύστηµα. Όταν ένα σύστηµα κινείται βραδέως, οι άλλοι παράγοντες µπορεί να µην είναι τόσο σηµαντικοί για εκείνες τις θέσεις που έχουν την εµπειρία της πλέον έντονης βροχής στο σύστηµα.
 Εποµένως σαν γενικός κανόνας είναι ότι οι ισχυρές βροχές συνδέονται µε βραδέως κινούµενα βροχοφόρα συστήµατα. Μολονότι το σύνολο σχεδόν των πληµµύρων προκαλείται από έντονη ελεύθερη ανύψωση ή σύγκλιση υγρού αέρα, υπάρχουν συνθήκες που µπορούν να αναπτύξουν παρόµοιες καταστάσεις χωρίς τη δράση της ελεύθερης µεταφοράς. Αυτό συµβαίνει όταν ισχυρά ανοδικά ρεύµατα που δίνουν έντονες βροχές δηµιουργούνται από εξαναγκασµένη ανύψωση. Οι πλέον κοινές κατακόρυφες κινήσεις είναι αυτές που προκαλούνται από την ορεογραφία. Αν η κατακόρυφη ανύψωση είναι ελεύθερη η εξαναγκασµένη δεν αφορά άµεσα την ατµόσφαιρα, ο υγρός αέρας ανυψούµενος συµπυκνώνεται και σχηµατίζει βροχή στην ουσία κατά τον ίδιο τρόπο. Η καταστροφική πληµµυρική δράση ενός ατµοσφαιρικού συστήµατος συνδέεται επίσης και µε τη µεταβολή της κεντρικής επιφανειακής πίεσης αυτού σε σχέση µε το χρόνο, που συνήθως ορίζεται το 12ώρο. Από την άποψη αυτή είναι δυνατή η πρόβλεψη µιας επικείµενης πληµµύρας σε µια περιοχή. Το θέµα των πληµµύρων, αλλά και των ξηρασιών παρουσιάζεται έντονο κατά τα τελευταία χρόνια σε διάφορα σηµεία του πλανήτη. Η παρούσα περίοδος χαρακτηρίζεται γενικότερα από την εµφάνιση ακραίων καταστάσεων υψηλών βροχοπτώσεων, ξηρασιών, καυσώνων και θυελλών. Τα αίτια αυτά θα πρέπει να αναζητηθούν σε κλιµατικές µεταβολές που µπορεί να συνδέονται µε τις ανθρώπινες δραστηριότητες και ιδιαίτερα µε τη µεγάλη αποδέσµευση διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο είναι και το κατεξοχήν θερµοκηπικό αέριο. Η αποθήκευση ενέργειας που πραγµατοποιείται στην ατµόσφαιρα πρέπει κάπου να αναλωθεί και ο πλέον συνήθης τρόπος είναι τα βίαια καιρικά φαινόµενα. 

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

πείραμα απορρόφησης - διαφυγή νερού.

υλικά: ένα ποτήρι νερό.
- ένα άδειο ποτήρι.
- λίγο χαρτί κουζίνας. 
οδηγίες: στρίψτε μερικά κομμάτια χαρτί κουζίνας μέχρι να σχηματιστεί κάτι που μοιάζει λίγο σαν ένα κομμάτι σκοινί. αυτό θα απορροφήσε και θα μεταφέρει το νερό.  τοποθετ΄στε το ένα άκρο από το χαρτί κουζίνας στο ποτήρι που είναι γεμάτο νερό. και το άλλο άκρο του χαρτιού στο άλλο ποτήρι. παρατηρήστε τι θα συμβεί. (ΑΥΤΌ ΤΟ ΠΕΊΡΑΜΑ ΘΈΛΕΙ ΛΊΓΗ  ΥΠΟΜΟΝΗ).
τι συμβαίνει?
το στριμμένο χαρτί κουζίνας αρχίζει να βρέχεται. μετά από λίγα λεπτά θα παρατηρήσετε , ότι το άδειο ποτήρι έχει αρχίσει να γεμίζει με νερό. συνεχίζει να γεμίζει μέχρις ότου να υπάρχει ίση ποσότητα νερού σε κάθε ποτήρι. πως συμβαίνει αυτό? αυτή η διαδικασία ονομάζεται τριχοειδές φαινόμενο. το νερό χρησιμοποιεί αυτό το φαινόμενο για να κινηθεί κατά μήκος των μικροσκοπικών κενών στην ίνα του χαρτιού κουζίνας.  αυτό γίνεται λόγω της δύναμης συνάφειας μεταξύ του χαρτιού και του νερού κουζίνας που είναι ισχυρότερη από τη δύναμη συνοχής μέσα στο ίδιο το νερό. η διαδικασία αυτή επίσης εφαρμόζεται στα φυτά όπου η υγρασία μεταφέρεται από τις ρίζες στο υπόλοιπο φυτό.

absorption experiment - water escape.materials: a glass of water.- An empty glass.- A little paper towel.instructions: turn some paper towel pieces to form something that looks a bit like a piece of rope. it will absorb and transfer water. topothetste one end of the paper towels in the glass that is full of water. and the other end of the paper to the other beaker. Observe what happens. (This experiment wants LITTLE PATIENCE).what happens?twisted paper towel starts getting wet. after a few minutes you will notice that the empty glass has started to fill with water. continues to fill until there is an equal amount of water to each beaker. how it happens; This process is called capillary action. water uses this phenomenon to move along the microscopic voids in the fiber of the kitchen towels. This is due to the connection force between the paper and kitchen water is stronger than the force of cohesion within the water itself. this procedure also applies to plants where moisture is transported from the roots to the rest of the plant.

Πυθαγόρας

Βικιπαίδεια πληροφορίες για τον Πυθαγόρα   https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%82 διάφορ...